Ανοιχτή επιστολή στον Πρωθυπουργό, αναφορικά με τα θέματα που απασχολούν τους αυτοκινητιστές ταξί, απέστειλε το Συνδικάτο Αυτοκινητιστών Ταξί Αττικής (ΣΑΤΑ).
Στην επιστολή του το Συνδικάτο μεταφέρει τον έντονο προβληματισμό και την αγανάκτηση των μελών του για την επιδεινούμενη κατάσταση στον κλάδο, ενώ κάνει λόγο για άρνηση διαλόγου και συνεργασίας από πλευράς συναρμοδίων υπουργείων – παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του ΣΑΤΑ.
Το περιεχόμενο της επιστολής
Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ,
Με την παρούσα επιστολή, το Συνδικάτο Αυτοκινητιστών Ταξί Αττικής (ΣΑΤΑ) αισθάνεται την ανάγκη να σας μεταφέρει τον έντονο προβληματισμό και την αγανάκτηση των μελών του σχετικά με την επιδεινούμενη κατάσταση στον κλάδο μας.
Πρωτίστως, καταδικάζουμε τη δημόσια διαπόμπευση του Συνδικάτου μας από τον υπουργό Μεταφορών, γεγονός που όχι μόνο δυσχεραίνει την εκπροσώπηση και υπεράσπιση των δικαιωμάτων μας, αλλά πλήττει και το κύρος της οργανωμένης εργασίας στον χώρο των μεταφορών. Η απαξιωτική αυτή στάση έχει δημιουργήσει κλίμα αποσταθεροποίησης και απογοήτευσης στους αυτοκινητιστές ταξί, οι οποίοι καθημερινά πασχίζουν να παρέχουν υπηρεσίες ποιότητας παρά τις αντίξοες συνθήκες.
Επιπλέον, διαπιστώνουμε με λύπη την ολοκληρωτική αδιαφορία της κυβέρνησης για τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος. Οι αιτιάσεις για την άδικη φορολογική μεταχείριση του κλάδου και η διαρκώς επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση των οικογενειών των αυτοκινητιστών παραμένουν αναπάντητα, χωρίς καμία ουσιαστική παρέμβαση που να ανακουφίζει τους επαγγελματίες-μέλη μας.
Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του Συνδικάτου για διάλογο με τα συναρμόδια (υπουργεία Οικονομικών και Μεταφορών), το υπουργείο Μεταφορών αρνείται κάθε σοβαρή επαφή και συνεργασία, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα εύρεσης κοινά αποδεκτών λύσεων. Η έλλειψη διαλόγου δημιουργεί συνθήκες αδιεξόδου, υπονομεύοντας τις προσπάθειες ορθολογικής ρύθμισης και ανάπτυξης του κλάδου.
Επιπρόσθετα, εκφράζουμε τον έντονο προβληματισμό μας για την τακτική του υπουργείου να παρεμποδίζει την παροχή ποιοτικής υπηρεσίας μεταφοράς από τους επαγγελματίες ταξί, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνει την παράνομη δραστηριότητα ιδιωτικών οχημάτων που προσφέρουν μεταφορικές υπηρεσίες εκτός νομιμότητας. Αυτή η αθέμιτη κατάσταση όχι μόνο θίγει την οικονομική βιωσιμότητα των αυτοκινητιστών, αλλά και υπονομεύει την ασφάλεια και το δικαίωμα των πολιτών σε ποιοτικές και νόμιμες υπηρεσίες μετακίνησης.
Ιδιαίτερη αναφορά οφείλουμε να κάνουμε στην απαράδεκτη αδράνεια του υπουργείου απέναντι στις συστηματικές παραβιάσεις του κανονισμού λειτουργίας από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται σχεδόν ανενόχλητες, παραβιάζοντας το θεσμικό πλαίσιο και προκαλώντας αθέμιτο ανταγωνισμό εις βάρος των νόμιμων επαγγελματιών ταξί.
Τέλος, δηλώνουμε την πλήρη αντίθεσή μας στην άδικη και υποχρεωτική επιβολή της μετάβασης στην ηλεκτροκίνηση, παρά τις προφανείς και διαπιστωμένες δυσκολίες του κλάδου να ανταποκριθεί στις αυστηρές αυτές απαιτήσεις. Η απότομη και μη ρεαλιστική αυτή πολιτική, όχι μόνο θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργία των ταξί, αλλά υπονομεύει και το μέλλον των αυτοκινητιστών, που λειτουργούν ήδη υπό συνθήκες οικονομικής ασφυξίας.
Κύριε Πρωθυπουργέ,
Αυτή είναι η τρίτη απόπειρα να επικοινωνήσουμε μαζί σας. Θεωρούμε απαραίτητη και επείγουσα την πραγματοποίηση μιας συνάντησης μαζί σας καθώς και με τους αρμόδιους υπουργούς, προκειμένου να συζητήσουμε λεπτομερώς τα προβλήματα και τις προτάσεις μας. Η συνεργασία και ο διάλογος αποτελούν τη μόνη οδό για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα, η αξιοπρέπεια και η ποιότητα των υπηρεσιών της επαγγελματικής μεταφοράς με ταξί στην Ελλάδα. Η αδιαφορία και η απαξίωση της κυβέρνησης για τον κλάδο οδηγούν αναπόφευκτα σε σύγκρουση.

















































