Το Ελεγκτικό Συνέδριο, με την απόφαση 62/2026 του Εβδόμου Τμήματος, εξέτασε προσφυγή του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, υπό την ιδιότητα του πολιτικού προϊσταμένου της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), με την οποία ζητήθηκε η ανάκληση της πράξης 300/2025 του ΣΤ΄ Κλιμακίου του Δικαστηρίου.
Η προσφυγή αφορούσε τη νομιμότητα σχεδιαζόμενης τροποποίησης της σύμβασης 3/2019 για την προμήθεια συστήματος επικοινωνιών και καταγραφής φωνής (Voice Communication & Recording System – VCRS) που προορίζεται για τα κέντρα ελέγχου περιοχής Αθηνών και Μακεδονίας.
Η αρχική σύμβαση είχε συναφθεί μεταξύ του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και της εταιρείας «SPACE HELLAS Α.Ε.» κατόπιν ανοικτού διεθνούς διαγωνισμού.
Ο προϋπολογισμός της προμήθειας ανερχόταν σε 7,2 εκατ. ευρώ πλέον ΦΠΑ, ενώ το τελικό συμβατικό τίμημα διαμορφώθηκε σε περίπου 3,8 εκατ. ευρώ πλέον ΦΠΑ. Αντικείμενο της σύμβασης ήταν η εγκατάσταση ολοκληρωμένου συστήματος επικοινωνιών και καταγραφής φωνής για τις ανάγκες των υπηρεσιών ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας της ΥΠΑ.
Σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης, η διάρκεια της σύμβασης περιελάμβανε δύο διακριτές φάσεις: τον χρόνο παράδοσης του συστήματος και τον χρόνο παραλαβής του. Ο συμβατικός χρόνος παράδοσης είχε οριστεί σε τριάντα μήνες από την υπογραφή της σύμβασης, ενώ μετά την εγκατάσταση προβλεπόταν περίοδος ελέγχων και επιχειρησιακής αξιολόγησης πριν από την οριστική παραλαβή του συστήματος.
Κατά την εκτέλεση της σύμβασης συγκροτήθηκε ομάδα εργασίας με τη συμμετοχή στελεχών της ΥΠΑ και του αναδόχου για τη διαμόρφωση λεπτομερών λειτουργικών προδιαγραφών (Detailed Functional Specifications – DFS), οι οποίες προορίζονταν να αποτελέσουν τεχνικό προσάρτημα της σύμβασης. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2021.
Ωστόσο, η προτεινόμενη έγκριση των DFS από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών δεν προχώρησε, καθώς νομικοί σύμβουλοι του Υπουργείου διατύπωσαν επιφυλάξεις ως προς τη νομιμότητα της διαδικασίας, εκτιμώντας ότι οι προδιαγραφές αυτές επέφεραν ουσιώδεις μεταβολές τόσο στο αντικείμενο όσο και στο χρονοδιάγραμμα της σύμβασης χωρίς να έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων.
Ακολούθησε διαδικασία εξέτασης του ζητήματος εντός της ΥΠΑ. Η αρμόδια Επιτροπή Παρακολούθησης και Παραλαβής γνωμοδότησε αρνητικά ως προς την προτεινόμενη τροποποίηση της σύμβασης, κρίνοντας ότι το εγχειρίδιο των DFS εισήγαγε θεμελιώδεις αλλαγές στις αρχικές τεχνικές προδιαγραφές και στο αντικείμενο της σύμβασης. Κατά την κρίση της επιτροπής, οι αλλαγές αυτές θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό, καθώς ενδεχομένως θα είχαν επιτρέψει τη συμμετοχή διαφορετικών οικονομικών φορέων στον αρχικό διαγωνισμό.
Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι ο συμβατικός χρόνος παράδοσης του έργου είχε ήδη λήξει στις 30 Σεπτεμβρίου 2021 χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η προμήθεια και χωρίς να έχει υποβληθεί εγκαίρως αίτημα παράτασης από τον ανάδοχο.
Μετά τη λήξη της προθεσμίας, υπηρεσιακές μονάδες της ΥΠΑ επισήμαναν ότι η σύμβαση δεν μπορούσε πλέον να τροποποιηθεί και ότι έπρεπε να εξεταστεί η εφαρμογή των διατάξεων περί κήρυξης του αναδόχου ως εκπτώτου.
Το 2024 ζητήθηκε γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το οποίο επισήμανε ότι η τροποποίηση σύμβασης δημοσίων προμηθειών είναι επιτρεπτή μόνο κατά τη διάρκεια ισχύος της και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 132 του ν. 4412/2016. Επιπλέον υπογράμμισε ότι η έγκριση των DFS θα μπορούσε να αποτελέσει τροποποίηση της σύμβασης μόνο εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις και εφόσον η σύμβαση εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο, εξετάζοντας την υπόθεση στο πλαίσιο προσυμβατικού ελέγχου, επανέλαβε ότι οι τροποποιήσεις δημοσίων συμβάσεων αποτελούν εξαίρεση από τις βασικές αρχές της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Για τον λόγο αυτό επιτρέπονται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος και εφόσον η αρχική σύμβαση βρίσκεται ακόμη σε ισχύ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο συμβατικός χρόνος παράδοσης είχε παρέλθει χωρίς να έχει προηγηθεί νόμιμη παράταση και χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η παράδοση του αντικειμένου της προμήθειας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η σύμβαση θεωρήθηκε ότι είχε καταστεί ανενεργή λόγω λήξης του συμβατικού χρόνου. Κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατή η μεταγενέστερη τροποποίησή της μέσω νέας συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών.
Με βάση τα παραπάνω, το Ελεγκτικό Συνέδριο έκρινε ότι υφίσταται ουσιώδης νομική πλημμέλεια και ότι κωλύεται η υπογραφή της προτεινόμενης τροποποίησης της σύμβασης. Ως εκ τούτου, η προσφυγή για την ανάκληση της πράξης του ΣΤ΄ Κλιμακίου δεν έγινε δεκτή, διατηρώντας σε ισχύ την κρίση ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να προχωρήσει.




















































