Στις 15 Οκτωβρίου συζητήθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) η αίτηση ακυρώσεως των απαιτούμενων συνοδών έργων της εγκατάστασης πλευρικών διοδίων στους κόμβους Βαρυμπόμπης και Αγίου Στεφάνου.
Οι Δήμοι Κηφισιάς και Διονύσου, των οποίων η προηγούμενη αίτηση ακύρωσης κατά του αρχικού σχεδιασμού για την εγκατάσταση διοδίων στη γέφυρα της Βαρυμπόμπης είχε απορριφθεί από το ΣτΕ το 2020, έδωσαν το «παρών», με επικεφαλής τους δημάρχους Βασίλη Ξυπολυτά και Κατερίνα Μαϊχόσογλου, πλαισιωμένους από αντιδημάρχους, δημοτικούς συμβούλους, εκπροσώπους φορέων και πλήθος κατοίκων, στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα ενότητας και αποφασιστικότητας.
Σύμφωνα με τον Δήμο Κηφισιάς, «η εικόνα ήταν απολύτως σαφής: ενιαίο μέτωπο κοινωνίας και αυτοδιοίκησης απέναντι σε μια επιλογή που αγνοεί την πραγματικότητα των τοπικών κοινωνιών και απειλεί να μετατρέψει τις πόλεις της Βόρειας Αττικής σε «διόδια του Λεκανοπεδίου».
Στο επίκεντρο της εκδίκασης τέθηκαν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις, με τους δύο Δήμους να επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει καμία επαρκής μελέτη που να λαμβάνει υπόψη την πραγματική επιβάρυνση στις γύρω περιοχές.
Η εκτροπή της κυκλοφορίας μέσα από τις κατοικημένες περιοχές της Κηφισιάς, της Νέας Ερυθραίας, της Εκάλης, του Αγίου Στεφάνου, της Άνοιξης και του Διονύσου, η αύξηση των ρύπων και η υποβάθμιση της οδικής ασφάλειας βρέθηκαν στο επίκεντρο των επιχειρημάτων της αυτοδιοίκησης.
Τα επιχειρήματα Δήμων και Δημοσίου
Τα διόδια δεν αποσυμφορούν – εκτρέπουν την κίνηση μέσα στα αστικά κέντρα.
Η ρύπανση δεν μειώνεται – συγκεντρώνεται σε σχολεία, πλατείες και κατοικημένες περιοχές.
Οι τοπικές επιχειρήσεις πλήττονται, καθώς αυξάνεται το κόστος πρόσβασης και μειώνεται η επισκεψιμότητα, ενώ παράλληλα η αξία της γης αναμένεται να μειωθεί δραματικά, πλήττοντας τόσο την τοπική οικονομία όσο και τις επενδυτικές προοπτικές των περιοχών.
Η πρόσβαση των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης επιβραδύνεται, αυξάνοντας τον κίνδυνο για ζωές και περιουσίες.
Η επιβολή πλευρικών διοδίων σε περιοχές με ήδη υπερφορτωμένο οδικό δίκτυο, χωρίς καμία εναλλακτική μετακίνησης ή σχεδιασμό βιώσιμης κινητικότητας, συνιστά περιβαλλοντικό και κοινωνικό πισωγύρισμα.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο εκπρόσωπος του Δημοσίου υποστήριξε ότι «οι κοινωνίες αντιδρούν μόνο στην αρχή στην επιβολή τελών διέλευσης» και ότι το κόστος των διοδίων θα λειτουργήσει αποτρεπτικά, μειώνοντας την κυκλοφορία και τη ρύπανση στην περιοχή αφού θα μειωθούν οι επισκέπτες και τα οχήματα που θα επισκέπτονται την περιοχή.
Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε γέλια αλλά ταυτόχρονα και αγανάκτηση στην αίθουσα, καθώς ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι η οικονομική αδυναμία των πολιτών μπορεί να εκληφθεί ως περιβαλλοντική πολιτική, οδηγώντας ουσιαστικά και σε αποκλεισμό μεγάλου μέρους της κοινωνίας από την ελεύθερη πρόσβαση στις περιοχές αυτές.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι εντελώς διαφορετική. Η κοινή λογική δείχνει ότι οι οδηγοί θα παρακάμπτουν τα διόδια, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τις πόλεις με καυσαέριο, θόρυβο και κυκλοφοριακό χάος.
Αυτό δεν αποτελεί «πράσινη πολιτική» – είναι απλώς μεταφορά του προβλήματος από τον αυτοκινητόδρομο στις γειτονιές.
Αν το ΣτΕ απορρίψει τις αιτήσεις των Δήμων, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η επιβάρυνση του κυκλοφοριακού και η πτώση της τοπικής οικονομίας θα είναι άμεσες και μη αναστρέψιμες.
Οι Δήμοι Κηφισιάς και Διονύσου ζητούν λύση από την πλευρά της Πολιτείας».



















































