Επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Fatih Birol, εκτελεστικού διευθυντή του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στο πλαίσιο του «3rd Maritime Security Conference», υπογράμμισε ότι εάν τα Στενά του Ορμούζ δεν ανοίξουν αρκετά γρήγορα θα βιώσουμε την μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση στην ιστορία.
Αναφερόμενος στο εν λόγω θέμα, ο υπουργός τόνισε: «Αν δούμε την απώλεια σε εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως στις κρίσεις του 1973 και του 1979, συνολικά μιλούσαμε για μείον 10 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, ενώ τώρα είμαστε στα μείον 13. Άρα είναι μεγαλύτερη.
Αν κοιτάξουμε το φυσικό αέριο και συγκρίνουμε με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η πτώση τότε ήταν από 155 σε 80 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως, δηλαδή μείον 75. Τώρα, αν ανάγουμε τις τρέχουσες απώλειες σε ετήσια βάση, είναι μείον 110.
Αν τα συνυπολογίσουμε όλα, εφόσον τα Στενά παραμείνουν κλειστά, έχει τη δυνατότητα να είναι η μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση στην ιστορία. Και ο Fatih Birol έχει απόλυτο δίκιο.
Φυσικά, η δουλειά μας διεθνώς είναι να μην επιτρέψουμε να συμβεί αυτό.
Από τη μία πλευρά, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε όλο τον κόσμο και ειδικά στην Ευρώπη ανταποκρίνονται με τα καλύτερα διαθέσιμα εργαλεία πολιτικής. Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο μέτρων για τη στήριξη πολιτών και επιχειρήσεων: μέτρα προσωρινά, στοχευμένα και προσαρμοσμένα.
Γιατί έχουμε και τα μαθήματα του 2022. Ξέρουμε τι λειτούργησε και τι όχι. Και ξέρουμε ότι η δημοσιονομική πολιτική δεν πρέπει να έρχεται σε αντίθεση με τη νομισματική.
Ωστόσο, ο αντίκτυπος του κλεισίματος των Στενών είναι τεράστιος. Δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αλλά και άλλα προϊόντα: το 1/3 των λιπασμάτων, το ήλιο, τα πετροχημικά προϊόντα.
Η επίπτωση στην παγκόσμια οικονομία είναι τεράστια. Η Ασία επηρεάζεται περισσότερο – 80% του πετρελαίου και 90% του φυσικού αερίου που περνούν από τα Στενά κατευθύνονται εκεί. Αλλά η επίπτωση είναι ήδη ορατή και στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικά στις τιμές των καυσίμων.
Το είδα και προσωπικά στην πρόσφατη επίσκεψή μου στις ΗΠΑ, στις συναντήσεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι τιμές στην αντλία είναι υψηλότερες.
Ξέρουμε λοιπόν ότι αυτή η κρίση πρέπει να επιλυθεί. Τι σημαίνει όμως «επίλυση»;
Για έναν Ευρωπαίο υπουργό Οικονομικών, είναι συνάρτηση τριών πραγμάτων: η διάρκεια της κρίσης, πόσο γρήγορα θα ανοίξουν τα Στενά, το βάθος της επίπτωσης -80 ενεργειακές υποδομές επλήγησαν, 30 σοβαρά- καθώς και η κατάσταση που θα επικρατήσει μετά το άνοιγμα των Στενών.
Γιατί εμείς δεν πιστεύουμε σε «διόδια». Πιστεύουμε στην ελευθερία των θαλασσών.
Και αυτή η κατάσταση θα ενσωματωθεί στην τιμολόγηση του κινδύνου.
Καμία κυβέρνηση ή καμία χώρα στον κόσμο δεν είναι αρκετά μεγάλη ή αρκετά ισχυρή ή αρκετά αυτόνομη ώστε να ρυθμίσει την τεχνητή νοημοσύνη στον βαθμό που θα έπρεπε. Γιατί η ίδια η δομή αυτών των μοντέλων είναι τέτοια που απαιτεί διεθνή συνεργασία και συντονισμένη απόκριση. Νομίζω ότι οι κυβερνήσεις παγκοσμίως το αντιλαμβάνονται όλο και περισσότερο.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, φυσικά, η ανάγκη είναι να υπάρξει μια ευρύτερη τεχνολογική πολιτική, θα έλεγα ακόμη και ένα «δόγμα», ως προς τις επιλογές μας και το τι πρέπει να κάνουμε ως Ευρωπαίοι. Και αυτό αγγίζει σε μεγάλο βαθμό βασικές έννοιες κυριαρχίας.
Ξανά, εμπνευσμένος από την παρουσία τόσων ειδικών των διεθνών σχέσεων στην αίθουσα, και ιδιαίτερα του καθηγητή Αρβανιτόπουλου, θυμάμαι πολύ έντονα τη Βεστφαλιανή έννοια της κυριαρχίας, του 1648, τις Συνθήκες του Münster και του Osnabrück. Και την ιδέα ότι η κυριαρχία συνήθως σημαίνει εξωτερική αυτονομία και πλήρη εσωτερική ιεραρχία.
Στον δικό μας κόσμο, αυτό δεν είναι κάτι που συναντά κανείς συχνά. Ο κόσμος μας είναι εκ φύσεως αλληλεξαρτώμενος. Επομένως, το ερώτημα όταν προσπαθείς να σκεφτείς την κυριαρχία δεν είναι αν θα την ταυτίσεις με την αυτονομία. Η αυτονομία είναι μία διάσταση της κυριαρχίας. Αλλά η κυριαρχία περιλαμβάνει επίσης δυναμικές αλληλεξάρτησης. Και ο στόχος θα πρέπει να είναι να μην είμαστε ασύμμετρα αλληλεξαρτώμενοι.
Αυτό αγγίζει σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές και τις προτάσεις πολιτικής που θα υιοθετήσουμε ως Ευρωπαίοι για την τεχνολογία. Δεν θα πρέπει να επιδιώκουμε καθολική αυτονομία, γιατί, ειλικρινά, αυτό είναι απλώς αδύνατο. Και θα έλεγα ότι αυτό ισχύει για κάθε χώρα.
Η ιδέα είναι να ενισχύσουμε τις δυνατότητές μας στους τομείς όπου βρισκόμαστε κοντά στο τεχνολογικό σύνορο και να κάνουμε συγκεκριμένες τεχνολογικές επιλογές που να είναι συμβατές με τις βασικές στρατηγικές μας προτεραιότητες, είτε πρόκειται για την ενέργεια, είτε για την τεχνητή νοημοσύνη, είτε για οποιονδήποτε άλλο τομέα πολιτικής».




















































