Στο αυριανό Υπουργικό Συμβούλιο αναμένεται να συζητηθεί η κοινή πρόταση του υπουργού Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη και του αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών Κωνσταντίνου Κυρανάκη, σύμφωνα με την οποία το Δημόσιο θα παραιτείται από την άσκηση ένδικων μέσων σε υποθέσεις αποζημιώσεων που σχετίζονται με την τραγωδία των Τεμπών.
Η ρύθμιση αφορά αξιώσεις για ψυχική οδύνη, ηθική βλάβη και βλάβες υγείας, ενώ προβλέπεται να καλύπτει τόσο εκκρεμείς υποθέσεις, όσο και ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες έχουν ήδη εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις, υπό τις προϋποθέσεις που θα ορίζει το σχετικό θεσμικό πλαίσιο.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η πρωτοβουλία εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια περιορισμού της δικαστικής επιβάρυνσης για τις οικογένειες των θυμάτων του σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη, δεδομένου ότι, μέχρι σήμερα, οι σχετικές διαδικασίες συχνά παρατείνονται επί σειρά ετών, ιδίως όταν το Δημόσιο ασκεί εφέσεις ή άλλα ένδικα μέσα.
Όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, η ρύθμιση έρχεται να «κουμπώσει» στο νέο θεσμικό πλαίσιο για τις υποθέσεις ιδιαίτερης κοινωνικής σημασίας, που θεσπίστηκε με πρωτοβουλία του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη, εντάσσοντας σε αυτό το πλαίσιο και το δυστύχημα της 28ης Φεβρουαρίου 2023.
Πίσω από τη συγκεκριμένη κίνηση, κυβερνητικές πηγές περιγράφουν μια προσπάθεια που δεν περιορίστηκε σε στενά νομικούς όρους. Αντιθέτως, διαμορφώθηκε μέσα από συνεργασία διαφορετικών υπουργείων, αλλά και μέσα από επαφές με ανθρώπους που βίωσαν την τραγωδία από την πιο σκληρή της πλευρά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία εντάσσεται σε μια ευρύτερη κατεύθυνση παρεμβάσεων που έχουν προηγηθεί το τελευταίο διάστημα, με στόχο την αποφυγή περαιτέρω επιβάρυνσης των οικογενειών των θυμάτων.
Σε ανάλογο πλαίσιο, είχε κινηθεί και παλαιότερα ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης με επιστολή προς τον ΟΣΕ για παραίτηση από ένδικα μέσα σχετικά με αποζημιώσεις συγγενών θυμάτων, ενώ σε διαφορετική υπόθεση -την τραγωδία στο Μάτι- είχε καταγραφεί αντίστοιχη πρωτοβουλία από τον Κυριάκο Πιερρακάκη με την απόσυρση έφεσης του Δημοσίου, ως πράξη ηθικής δικαίωσης για τα θύματα.
Στην πράξη, η ρύθμιση καλύπτει τόσο εκκρεμείς υποθέσεις όσο και περιπτώσεις όπου έχουν ήδη εκδοθεί αποφάσεις, εφόσον αυτό προβλέπεται από τον νόμο, και περιορίζεται αυστηρά στο σκέλος των αποζημιώσεων για ψυχική οδύνη και ηθική βλάβη.
Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να διατηρηθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη για ουσιαστική στήριξη των θυμάτων και στη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος.
Από την άλλη πλευρά, νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι η επιλογή της παραίτησης από ένδικα μέσα συνιστά πολιτική απόφαση με συγκεκριμένες συνέπειες, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα του Δημοσίου να αμφισβητήσει δικαστικές κρίσεις ή το ύψος των αποζημιώσεων.
Παράλληλα, τίθεται το ζήτημα της ομοιόμορφης εφαρμογής της ρύθμισης και των κριτηρίων που θα καθορίσουν ποιες υποθέσεις θα υπαχθούν σε αυτήν.
Η τελική μορφή της ρύθμισης και ο τρόπος εφαρμογής της αναμένεται να αποσαφηνιστούν μετά τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου και την κατάθεση των σχετικών διατάξεων.




















































