Την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των καθυστερήσεων που καταγράφονται στις πλοηγήσεις πλοίων στον εμπορικό λιμένα Πειραιά επισημαίνει, σε σημερινή ανακοίνωσή της, η Διεθνής Ναυτική Ένωση εν Ελλάδι (ΔΝΕ), με επιστολή της προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής.
Επιμέλεια: Β. Βεγιάζη
Σύμφωνα με τη ΔΝΕ, οι καθυστερήσεις αφορούν τόσο πλοία που αναμένουν επί μακρόν την επιβίβαση πλοηγού πριν από τον κατάπλου τους όσο και πλοία που, ενώ έχουν ολοκληρώσει τις εργασίες εκφόρτωσης, παραμένουν δεμένα στους προβλήτες μέχρι να καταστεί δυνατή η πλοήγησή τους για τον απόπλου.
Όπως αναφέρει η Ένωση, σε αρκετές περιπτώσεις οι καθυστερήσεις υπερβαίνουν τις τρεις ώρες, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται ο συνολικός χρόνος παραμονής των πλοίων στο λιμάνι και να επηρεάζεται η ταχύτητα των φορτοεκφορτωτικών εργασιών.
Κατά την εκτίμησή της, η κατάσταση αυτή περιορίζει την ανταγωνιστικότητα του λιμένα Πειραιά σε σχέση με άλλα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια.
Η ΔΝΕ σημειώνει ότι, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι πλοηγοί, ο Πλοηγικός Σταθμός Πειραιά δεν διαθέτει σήμερα τη δυνατότητα να εξυπηρετεί έγκαιρα το σύνολο των απαιτούμενων κινήσεων, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, δημιουργεί προβλήματα στην επιχειρησιακή λειτουργία του εμπορικού λιμένα.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ένωση ζητά την πραγματοποίηση κατεπείγουσας συνάντησης με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, προκειμένου να εξεταστούν μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Παράλληλα, επαναφέρει προτάσεις που έχει καταθέσει και στο παρελθόν, μεταξύ των οποίων η μόνιμη ενίσχυση του Πλοηγικού Σταθμού Πειραιά με πρόσθετο ανθρώπινο δυναμικό, η δημιουργία πλοηγικής βάσης στην κεφαλή του Προβλήτα ΙΙ του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων Πειραιά, καθώς και η εξέταση της δυνατότητας λειτουργίας δεύτερης πλοηγικής υπηρεσίας, κατά τα πρότυπα μεγάλων ευρωπαϊκών λιμένων, με στόχο τη διασφάλιση επαρκούς στελέχωσης και τεχνικών μέσων, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
Η Διεθνής Ναυτική Ένωση εν Ελλάδι αναφέρει ότι θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και να μεταφέρει στις αρμόδιες αρχές τις θέσεις των μελών της και της ευρύτερης ναυτιλιακής κοινότητας, έως ότου υπάρξει οριστική επίλυση του ζητήματος.




















































