Στο Εφετείο Αθηνών έχει προσφύγει η Ομοσπονδία Συνδικάτων Μεταφορών Ελλάδας (ΟΣΜΕ), ζητώντας την ακύρωση της υπ’ αριθ. 8/2026 Διαιτητικής Απόφασης για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των ΚΤΕΛ, όπως γνωστοποιεί σε ανακοίνωσή της.
Σύμφωνα με την Ομοσπονδία, η απόφαση της Πενταμελούς Επιτροπής Διαιτησίας του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) ακύρωσε την προηγούμενη, υπ’ αριθ. 5/2026 απόφαση της Τριμελούς Επιτροπής και απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή της στη διαιτησία. Η πρωτοβάθμια απόφαση είχε ρυθμίσει τους όρους εργασίας και προβλέψει αυξήσεις για μία κατηγορία προσωπικού.
Η διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας είχε ξεκινήσει έπειτα από αίτημα της ΟΣΜΕ. Όπως αναφέρει η ίδια, οι εργοδοτικές οργανώσεις ΠΟΑΥΣ, ΠΟΑΣ και ΓΣΕΑΕ δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκλησή της για απευθείας διαπραγματεύσεις. Η Ομοσπονδία επισημαίνει ότι η τελευταία αύξηση αποδοχών μέσω διαιτητικής απόφασης είχε χορηγηθεί το 2009 και υποστηρίζει ότι η ολοκλήρωση της διαδικασίας δεν οδήγησε σε νέα συλλογική ρύθμιση.
Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκεται η πρόταση μεσολάβησης του Δεκεμβρίου 2025, η οποία προέβλεπε προσαύξηση των βασικών μισθών κατά 5%. Κατά την ΟΣΜΕ, η διατύπωση δεν διευκρίνιζε επαρκώς τη βάση υπολογισμού της αύξησης, καθώς μέρος του προσωπικού αμείβεται βάσει παλαιότερης διαιτητικής απόφασης, ενώ οι εργαζόμενοι που προσλήφθηκαν από τον Ιούνιο του 2012 και μετά αμείβονται με τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό.
Η Ομοσπονδία αναφέρει ότι ζήτησε δύο φορές την αναπομπή της πρότασης στον μεσολαβητή για διευκρινίσεις, χωρίς να λάβει απάντηση. Στη συνέχεια την αποδέχθηκε, διευκρινίζοντας ότι θεωρούσε πως προέβλεπε εφαρμογή των βασικών μισθών της υπ’ αριθ. 50/2010 Διαιτητικής Απόφασης, αυξημένων κατά 5%, για το σύνολο των εργαζομένων.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η Πενταμελής Επιτροπή έκρινε ότι η αποδοχή της πρότασης με αυτή τη διευκρίνιση δεν συνιστούσε ανεπιφύλακτη αποδοχή και, ως εκ τούτου, δεν θεμελίωνε δικαίωμα προσφυγής στη διαιτησία. Η ΟΣΜΕ αμφισβητεί τόσο την κρίση αυτή όσο και την εφαρμογή της συγκεκριμένης προϋπόθεσης στα ΚΤΕΛ, τα οποία χαρακτηρίζει επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας.
Παράλληλα, ασκεί κριτική στη λειτουργία του ΟΜΕΔ και στην αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών μέτρων για την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Δηλώνει ότι θα εξαντλήσει τα διαθέσιμα ένδικα μέσα, με στόχο τη συλλογική ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας στον κλάδο.



















































