Η Lyft ακολούθησε την Uber καταθέτοντας αγωγή κατά της πόλης της Νέας Υόρκης, με στόχο να μπλοκάρουν την εφαρμογή νέου νόμου που -σύμφωνα με τις ίδιες-, θα τις υποχρεώνει να διατηρούν στις πλατφόρμες τους οδηγούς που ενδέχεται να θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του επιβατικού κοινού.
Η αγωγή της Lyft κατατέθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν, μία ημέρα μετά την αντίστοιχη προσφυγή της Uber.
Οι δύο εταιρείες υποστηρίζουν ότι ο νόμος, ο οποίος αφορά τις λεγόμενες «παράνομες απενεργοποιήσεις» οδηγών, παραβιάζει τα δικαιώματά τους περί της ελευθερίας του λόγου, όπως αυτά κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα των ΗΠΑ.
Παράλληλα, προειδοποιούν ότι η εφαρμογή του μέτρου θα μπορούσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στη φήμη και την αξιοπιστία τους, καθώς ενδέχεται να τις αναγκάσει να διατηρούν ή ακόμη και να επαναφέρουν οδηγούς που έχουν κατηγορηθεί για σοβαρά παραπτώματα, συμπεριλαμβανομένων περιστατικών ανάρμοστης συμπεριφοράς.
Η Lyft χαρακτήρισε τον νόμο «επικίνδυνο», ενώ η Uber τον αποκάλεσε «απερίσκεπτο».
Η νομοθεσία πρόκειται να τεθεί σε ισχύ στις 28 Ιουλίου, αφού το Δημοτικό Συμβούλιο της Νέας Υόρκης ανέτρεψε τον περασμένο Ιανουάριο το βέτο του πρώην δημάρχου Eric Adams.
Οι δύο εταιρείες αντιδρούν ειδικότερα στην υποχρέωση προειδοποίησης 14 ημερών πριν από την “απενεργοποίηση” ενός οδηγού από την πλατφόρμα, καθώς και στην πιθανότητα επαναφοράς οδηγών που απομακρύνθηκαν από το 2019 και μετά χωρίς να έχει προηγηθεί η συγκεκριμένη διαδικασία.
Επίσης, εκφράζουν ανησυχίες για ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς ο νόμος προβλέπει ότι οι επιβάτες θα πρέπει να παρέχουν περισσότερες λεπτομέρειες για τις καταγγελίες τους προς τους κατηγορούμενους οδηγούς.




















































