Η έλλειψη προσωπικού στον ευρύτερο κλάδο των επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών αναδείχθηκε στη διαδικτυακή συνεδρία «Έλλειψη προσωπικού στις Μεταφορές: Η μεγαλύτερη πρόκληση της τρέχουσας δεκαετίας», η οποία διεξήχθη στο πλαίσιο του 9ου Συνεδρίου Υποδομών και Μεταφορών ITC 2026.
Σε αυτήν συμμετείχαν οι: Δημήτριος Φωκαΐδης, Πρόεδρος, Ομοσπονδία Φορτηγών Αυτοκινητιστών Ελλάδος (ΟΦΑΕ), Κωνσταντίνος Γκώνιας, Γενικός Διευθυντής, Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ), Αθανάσιος Μπίνης, Πρόεδρος, Ελληνική Αεροπορική Ένωση (ΕΑΕ) και Γιώργος Δρόσης, Γενικός Διευθυντής Παραγωγής, ΟΣΥ.
Δ. Φωκαΐδης, ΟΦΑΕ: Στην Ευρώπη οι κενές θέσεις οδηγών υπολογίζονται στις 500.000
Σημαντικές διαστάσεις λαμβάνει η έλλειψη επαγγελματιών οδηγών φορτηγών στην Ευρώπη, με το πρόβλημα να καταγράφεται και στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Δημήτριο Φωκαΐδη, Πρόεδρο της Ομοσπονδίας Φορτηγών Αυτοκινητιστών Ελλάδος (ΟΦΑΕ).
Παρουσιάζοντας στοιχεία μελέτης του 2025 της IRU, ο κ. Φωκαΐδης ανέφερε ότι σε 18 αγορές καταγράφονται περίπου 2,9 εκατ. κενές θέσεις οδηγών φορτηγών, ενώ μόνο στην Ευρώπη οι κενές θέσεις υπολογίζονται στις 500.000.
Το πρόβλημα αναμένεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς εκτιμάται ότι ως το 2030 περίπου 660.000 επαγγελματίες οδηγοί στην Ευρώπη θα συνταξιοδοτηθούν, ενώ ο αριθμός των νέων που θα εισέλθει στο επάγγελμα θα παραμένει περιορισμένος.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΟΦΑΕ, μεταξύ των παραγόντων που λειτουργούν αποτρεπτικά για την προσέλκυση νέων στο επάγγελμα περιλαμβάνονται οι συνθήκες εργασίας, η παλαιότητα του στόλου, το αυστηρό πλαίσιο που διέπει τον χρόνο οδήγησης και εργασίας, οι καθυστερήσεις στις συνοριακές διαβάσεις και η έλλειψη επαρκών χώρων ασφαλούς στάθμευσης και υποδομών υγιεινής.
Επ’ αυτού, πρότεινε μέτρα για τη διευκόλυνση της εισόδου νέων στις οδικές μεταφορές, μεταξύ των οποίων η βελτίωσης των συνθηκών εργασίας, η επιδότηση του κόστους απόκτησης επαγγελματικού διπλώματος και των απαιτούμενων πιστοποιήσεων, καθώς και η δημιουργία οργανωμένων προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης σε συνεργασία με επιχειρήσεις logistics και μεταφορών.
Ο κ. Φωκαΐδης έκανε λόγο και για την έντονη πίεση στο κόστος λειτουργίας των μεταφορικών επιχειρήσεων που προκαλεί η αύξηση της τιμής των καυσίμων. Σύμφωνα με τον ίδιο, η τιμή του πετρελαίου έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με την έναρξη του πολέμου, γεγονός που μεταφράζεται σε αύξηση της τάξης του 30% στο συνολικό λειτουργικό κόστος μιας μεταφορικής επιχείρησης.
Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στο κόστος καυσίμων, αλλά επεκτείνεται σε ανταλλακτικά, ελαστικά και άλλες λειτουργικές δαπάνες.
Υπό το πρίσμα αυτό, υπογραμμίστηκε η ανάγκη για συντονισμένες παρεμβάσεις σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Μεταξύ των μέτρων που αναφέρθηκαν περιλαμβάνονται παρεμβάσεις στη φορολογία των καυσίμων, όπως η μείωση του ΕΦΚ ή του ΦΠΑ, καθώς και η εφαρμογή στοχευμένων επιδοτήσεων για την κατανάλωση καυσίμων από τα φορτηγά.
Παράλληλα, έγινε αναφορά σε ευρωπαϊκές χώρες που έχουν εφαρμόσει μηχανισμούς στήριξης του κλάδου, με παρεμβάσεις οι οποίες ενεργοποιούνται όταν οι τιμές των καυσίμων υπερβαίνουν συγκεκριμένα επίπεδα ή αυξάνονται πάνω από ένα καθορισμένο ποσοστό.
Κων/νος Γκώνιας, ΣΕΕΝ: Μεγάλες οι ανάγκες σε προσωπικό στα πλοία τη θερινή περίοδο
Στις ανάγκες στελέχωσης του ακτοπλοϊκού στόλου, αλλά και στην εκρηκτική άνοδο του λειτουργικού κόστους λόγω των καυσίμων, αναφέρθηκε ο Κωνσταντίνος Γκώνιας, Γενικός Διευθυντής του ΣΕΕΝ.
Ο κ. Γκώνιας υπογράμμισε τον ρόλο της ακτοπλοΐας ως κρίσιμης υποδομής για τη χώρα, που εξασφαλίζει τη σύνδεση των νησιών, τη μεταφορά επιβατών και αγαθών, στηρίζει τον τουρισμό, την κοινωνική και οικονομική συνοχή. Πίσω από κάθε δρομολόγιο, όπως ανέφερε, βρίσκεται η επιχείρηση που το οργανώνει, η επένδυση στο πλοίο και το πλήρωμα που αναλαμβάνει την εκτέλεσή του.
Απαντώντας για την ένταση του προβλήματος, εξήγησε ότι οι δυσκολίες στελέχωσης διαφοροποιούνται ανά ειδικότητα και περίοδο, με τις ανάγκες να εντείνονται κυρίως κατά τη θερινή αιχμή.
Παράλληλα, ανέδειξε τη θετική εξέλιξη της απασχόλησης στον κλάδο. Σύμφωνα με την τέταρτη έκθεση του ΝΑΤ, η ετήσια εγγεγραμμένη απασχόληση στα επιβατηγά ακτοπλοϊκά πλοία αυξήθηκε από 5.400 ναυτικούς το 2024 σε 5.700 το 2025, σημειώνοντας άνοδο άνω του 5%.
Ωστόσο, διευκρίνισε ότι η αύξηση αυτή δεν εξαλείφει τις δυσκολίες στελέχωσης, οι οποίες διαφοροποιούνται ανά ειδικότητα και κορυφώνονται κατά τη θερινή περίοδο αιχμής. Οι ανάγκες εστιάζονται κυρίως σε:
- Τεχνικές ειδικότητες: Πληρώματα μηχανής και ηλεκτρολόγους.
- Γενικές ειδικότητες: Ναύτες και θαλαμηπόλους.
Διευκρίνισε ότι η ακριβής αποτύπωση των ελλείψεων προϋποθέτει καταγραφή των αναγκών των επιχειρήσεων, καθώς στοιχεία απασχόλησης δεν αποτελούν καταγραφή κενών θέσεων.
Επισήμανε ότι οι νέοι συγκρίνουν την ακτοπλοΐα με άλλες επαγγελματικές επιλογές, εργασίας στη στεριά, συνεκτιμώντας τις αποδοχές, τις συνθήκες και τις δυνατότητες εξέλιξης. Γι’ αυτό έχει σημασία να ενημερωθούν με στοχευμένη καμπάνια για να γνωρίζουν πώς μπορούν να ξεκινήσουν στο επάγγελμα, τι θα μάθουν και ποιες προοπτικές ανοίγονται στη συνέχεια.
Παράλληλα, ο κ. Γκώνιας έθεσε στην ατζέντα το ενεργειακό ζήτημα, υπογραμμίζοντας ότι η εκτόξευση του κόστους των ναυτιλιακών καυσίμων έως και 110% ασκεί ασφυκτική πίεση στον κλάδο και στη νησιωτικότητα.
Αναφέρθηκε επίσης στις απαιτήσεις της καθημερινής λειτουργίας ενός επιβατηγού πλοίου, όπου οι προσεγγίσεις στα λιμάνια και η εξυπηρέτηση επιβατών και οχημάτων απαιτούν συγκέντρωση και συνεργασία. Η εμπειρία αποκτάται σταδιακά, γεγονός που καθιστά τη διατήρηση έμπειρων πληρωμάτων ιδιαίτερα σημαντική για τις επιχειρήσεις.
Στάθηκε στη συνεργασία Πολιτείας, εταιρειών και εκπροσώπων των ναυτικών, στη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς και στη διευκόλυνση της εισόδου στο επάγγελμα, με λειτουργικές διοικητικές διαδικασίες και στοχευμένα κίνητρα.
Η προσέλκυση νέων και η διατήρηση της εμπειρίας στα πληρώματα αποτελούν, όπως προκύπτει από την τοποθέτησή του, βασικές προϋποθέσεις ώστε οι ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις να μπορούν να σχεδιάζουν και να επενδύουν με προοπτική, συνεχίζοντας να υπηρετούν τις ανάγκες των νησιών.
Αθ. Μπίνης, ΕΑΕ: Ανάγκες για επιπλέον 300.000 χειριστές αεροσκαφών στην επόμενη 10ετία
Σημαντικές ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού αντιμετωπίζει ο κλάδος της αεροπορίας διεθνώς, με το πρόβλημα να αναμένεται να ενταθεί μελλοντικά, σύμφωνα με τον Αθανάσιο Μπίνη, Πρόεδρο της Ελληνικής Αεροπορικής Ένωσης (ΕΑΕ).
Μάλιστα, αναφερόμενος σε στοιχεία διεθνών οργανισμών και κατασκευαστών του κλάδου, είπε ότι την επόμενη 10ετία θα απαιτηθούν περίπου 1,5 εκατ. νέοι εργαζόμενοι παγκοσμίως.
Οι ανάγκες αφορούν περί τους 300.000 χειριστές αεροσκαφών, 415.000 μηχανικούς αεροσκαφών και 678.000 μέλη πληρωμάτων καμπίνας, ενώ σημαντικές είναι και οι ανάγκες σε ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας.
Η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού αποδίδεται σε παράγοντες όπως το δημογραφικό και η γήρανση εργατικού δυναμικού, το υψηλό κόστος εκπαίδευσης, η περιορισμένη δυναμικότητα των εκπαιδευτικών σχολών και η έλλειψη εκπαιδευτών καθώς και ο ανταγωνισμός με άλλους κλάδους.
Στην ελληνική αγορά, οι ελλείψεις εντοπίζονται στους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς, στους χειριστές α/φων , στους μηχανικούς συντήρησης αεροσκαφών και στο προσωπικό επίγειας εξυπηρέτησης, με τις ανάγκες να είναι ιδιαίτερα έντονες στα περιφερειακά αεροδρόμια λόγω εποχικότητας.
Ειδικά για τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, ο κ. Μπίνης υπενθύμισε ότι έχει ξεκινήσει διαδικασία ενίσχυσης του προσωπικού. Ήδη, έχουν προσληφθεί 97 άτομα το 2025 , ενώ προβλέπονται περίπου 80 νέες προσλήψεις στο 2026 και έχουν προγραμματιστεί άλλες 80 περίπου για το 2027, στο πλαίσιο τριετούς προγράμματος. Ωστόσο πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αποχωρούν λόγω συνταξιοδότησης 20-25 άτομα το χρόνο γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να καταρτιστεί μέσο- μακροπρόθεσμο πρόγραμμα αναπλήρωσης του προσωπικού.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η επιτάχυνση των έργων εκσυγχρονισμού της αεροναυτιλίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων αναγκών της ελληνικής αεροπορικής αγοράς, καθώς η ανάπτυξη των αεροδρομίων και η αύξηση της αεροπορικής κίνησης δημιουργούν μεγαλύτερες απαιτήσεις από τα συστήματα διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας.
Στη χώρα μας έχουν δρομολογηθεί πρωτοβουλίες για τον εκσυγχρονισμό της αεροναυτιλίας, ωστόσο το κρίσιμο ζήτημα είναι η ταχύτητα υλοποίησης των έργων κατά τον πρόεδρο της ΕΑΕ.
Οι αυξανόμενες ανάγκες της αεροπορικής κίνησης καθιστούν αναγκαία την έγκαιρη ολοκλήρωση των προβλεπόμενων υποδομών και συστημάτων, καθώς και τη διασύνδεσή τους με τα ευρωπαϊκά συστήματα διαχείρισης εναέριας κυκλοφορίας.
Ο εκσυγχρονισμός δεν αφορά μόνο την εγκατάσταση νέου τεχνολογικού εξοπλισμού. Απαιτείται η ύπαρξη του αναγκαίου προσωπικού, η εξασφάλιση εφεδρειών, η αδιάλειπτη επιχειρησιακή λειτουργία και η ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας, ώστε πιθανές τεχνικές βλάβες ή κυβερνοπεριστατικά να μην επηρεάζουν τη λειτουργία του συστήματος.
Καταλήγοντας, ο κ. Μπίνης τόνισε ότι στόχος είναι ο συνδυασμός επενδύσεων σε εξοπλισμό και λογισμικό με την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού και των μηχανισμών επιχειρησιακής συνέχειας, προκειμένου η ελληνική αεροναυτιλία να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη αεροπορική κίνηση και να συγκλίνει με τα αντίστοιχα συστήματα των ευρωπαϊκών χωρών.
Η αεροπορική ανάπτυξη χρειάζεται δύο πράγματα ταυτόχρονα: ανθρώπους με τις σωστές δεξιότητες και υποδομές που μπορούν να υποστηρίξουν με ασφάλεια την αυξανόμενη κίνηση. Το ένα χωρίς το άλλο δημιουργεί περιορισμούς.
Γ. Δρόσης, ΟΣΥ: Η Σχολή Οδηγών της ΟΣΥ θα συμβάλλει σημαντικά στην προσέλκυση οδηγών
Στο πλαίσιο της προσπάθειας προσέλκυσης οδηγών, όπως ανέφερε ο Γενικός Διευθυντής Παραγωγής της ΟΣΥ, Γιώργος Δρόσης, η ΟΣΥ προχώρησε στη δημιουργία Σχολής Οδηγών, μέσω της οποίας οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ακολουθήσουν το επάγγελμα και να αποκτήσουν χωρίς κόστος το απαιτούμενο επαγγελματικό δίπλωμα και να εκπαιδευτούν, πριν ενταχθούν στην εταιρεία.
Μέσω σχετικής ρύθμισης προβλέπεται ότι η εταιρεία καλύπτει το σύνολο του κόστους εκπαίδευσης και της απόκτησης διπλώματος, με βασική προϋπόθεση για τον υποψήφιο, την παραμονή του στην ΟΣΥ για τουλάχιστον 5 χρόνια.
Η πρώτη διαδικασία προσέλκυσης μέσω της σχολής είχε ως αποτέλεσμα την ένταξη 167 ατόμων, με τις αιτήσεις να είναι κατά πολύ περισσότερες.
Πλέον, η ΟΣΥ έχει εκσυγχρονίσει σημαντικά τον στόλο της (σχεδόν το 80%), με την ένταξη των νέων ηλεκτρικών λεωφορείων και σύντομα των λεωφορείων υδρογόνου.























































