Η ευρωπαϊκή ταχυδρομική αγορά βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε φάση έντονων μεταβολών, με σαφή διάκριση μεταξύ των παραδοσιακών υπηρεσιών επιστολικού ταχυδρομείου και του ταχέως αναπτυσσόμενου τομέα των δεμάτων και ταχυμεταφορών.
Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι ο κλάδος – συνολικά – κινείται ανοδικά, ωστόσο η ανάπτυξη προέρχεται κυρίως από το τμήμα των δεμάτων και του ηλεκτρονικού εμπορίου.
Σύμφωνα με μελέτες, ο τομέας των δεμάτων αντιπροσώπευε, το 2024, περίπου το 62% της συνολικής αξίας της ευρωπαϊκής ταχυδρομικής αγοράς, καταγράφοντας σταθερή αύξηση τα τελευταία έτη.
Η αξία της αγοράς courier – express – parcel (CEP) για το ίδιο έτος εκτιμάται στα 152,44 δισ. δολάρια, ενώ οι προβλέψεις έως το 2030 – 2033 αναμένουν σημαντική διεύρυνση, με ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης που κυμαίνεται από 6% έως άνω του 10%, ανάλογα με το επιμέρους τμήμα της αγοράς.
Σε όγκο, ο αριθμός των δεμάτων στην Ευρώπη συνέχισε να αυξάνεται το 2023, φθάνοντας τα 18,69 δισεκατομμύρια αντικείμενα, σημειώνοντας άνοδο περίπου 4,9% σε σχέση με το 2022.
Η ζήτηση τροφοδοτείται κυρίως από την εξάπλωση του ηλεκτρονικού εμπορίου, την ενίσχυση του διασυνοριακού εμπορίου μικρών αποστολών και τη διεύρυνση των υπηρεσιών last-mile delivery.
Σε κάθετη πτώση το «παραδοσιακό» ταχυδρομείο
Αντίθετα, οι υπηρεσίες επιστολικού ταχυδρομείου παραμένουν σε μακροχρόνια πτωτική πορεία. Η ψηφιοποίηση της επικοινωνίας, η μετάβαση σε ηλεκτρονικές ειδοποιήσεις και η υποκατάσταση του φυσικού ταχυδρομείου σε διοικητικές και εμπορικές συναλλαγές έχουν οδηγήσει σε μείωση του όγκου γραμμάτων, πιέζοντας τα παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα των ταχυδρομικών οργανισμών.
Ως αποτέλεσμα, οι φορείς του κλάδου στρέφουν αυξανόμενα τις επενδύσεις τους σε υπηρεσίες logistics, διεθνείς ταχυμεταφορές, αυτοματοποίηση διαχείρισης δεμάτων και πράσινες τεχνολογίες διανομής.
Παρά τις προκλήσεις, η συνολική εικόνα για την αγορά παραμένει θετική. Η άνοδος των διαδικτυακών αγορών, η επέκταση των συνδρομητικών υπηρεσιών και η αυξημένη απαίτηση των καταναλωτών για ταχύτερες παραδόσεις αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν την ανάπτυξη του κλάδου την επόμενη δεκαετία.
Οι ταχυδρομικές υπηρεσίες στην Ευρώπη μετασχηματίζονται από έναν παραδοσιακό μηχανισμό ανταλλαγής γραπτών επικοινωνιών σε έναν σύγχρονο, διαφοροποιημένο κλάδο logistics, όπου τα δέματα αποτελούν πλέον την κύρια πηγή εσόδων και επενδυτικής δυναμικής.
Η εικόνα στην Ελλάδα
To 2023 δραστηριοποιήθηκαν στην ελληνική αγορά 731 επιχειρήσεις έναντι 724 επιχειρήσεων το 2022, σύμφωνα με την Επισκόπηση Αγορών της ΕΕΤΤ[1].
Σε ό,τι αφορά τις υποδομές των ταχυδρομικών επιχειρήσεων, το 2023, ο Φορέας Παροχής Καθολικής Υπηρεσίας (ΕΛΤΑ) διέθετε 947 καταστήματα και 1.916 οχήματα, ενώ οι λοιποί πάροχοι με Γενική (Ταχυμεταφορείς) και Ειδική Άδεια, διέθεταν αντίστοιχα 1.489 καταστήματα (ιδιόκτητα και δικτύου) και 9.316 οχήματα.
Η ζήτηση τροφοδοτείται κυρίως από την εξάπλωση του ηλεκτρονικού εμπορίου, την ενίσχυση του διασυνοριακού εμπορίου μικρών αποστολών και τη διεύρυνση των υπηρεσιών last-mile delivery
Το 2023, τρεις ταχυδρομικές επιχειρήσεις με Γενική Άδεια παρείχαν την υπηρεσία των αυτοματοποιημένων ταχυδρομικών θυρίδων (parcel lockers), έχοντας τοποθετήσει εγκαταστάσεις σε 5.570 σημεία συνολικά, έναντι 1.947 σημείων το 2022, γεγονός που συνιστά αύξηση 186%.
Σημειώνεται ότι και ο ΦΠΚΥ, εντός του 2023, εγκατέστησε και λειτούργησε για πρώτη φορά 18 αυτοματοποιημένες θυρίδες στα καταστήματά του και σε άλλα σημεία ενδιαφέροντος.
Το 2023, η ελληνική ταχυδρομική αγορά χαρακτηρίστηκε από την ανοδική πορεία τόσο των εσόδων, όσο και του πλήθους των διακινηθέντων αντικειμένων, που αυξήθηκαν για πρώτη φορά μετά το 2014, λόγω της αύξησης στη διακίνηση των δεμάτων – μικροδεμάτων.
Συγκεκριμένα, διακινήθηκαν 316 εκατ. αντικείμενα, αποφέροντας έσοδα της τάξης των 729 εκατ. ευρώ.
Ανά τομέα, το 2023, τα συνολικά έσοδα της ταχυδρομικής αγοράς παρουσίασαν σημαντική άνοδο 11,3%, λόγω της αύξησης των εσόδων των επιχειρήσεων με Γενική Άδεια κατά 16%.
Παράλληλα, το συνολικό πλήθος των διακινηθέντων ταχυδρομικών αντικειμένων κινήθηκε ανοδικά κατά 2%, λόγω της αύξησης κατά 10,7% των διακινηθέντων αντικειμένων από τις επιχειρήσεις με Γενική Άδεια.
Ο ΦΠΚΥ παρουσίασε νέα σημαντική μείωση, τόσο στα έσοδα (6,6%), όσο και στο πλήθος των ταχυδρομικών αντικειμένων που διακίνησε (3,2%).
Το 2023, ο ΦΠΚΥ κατείχε το 46% του πλήθους των ταχυδρομικών αντικειμένων, ενώ οι εταιρείες με Ειδική και Γενική Άδεια κατείχαν μερίδιο της τάξης του 12% και 42% αντίστοιχα.
Το μερίδιο αγοράς του ΦΠΚΥ, αναφορικά με τα έσοδα, συνέχισε την πτωτική του πορεία, αποτελώντας το 15% το 2023 έναντι 18% το 2022, ενώ σταθερά ανοδική ήταν η πορεία του αντίστοιχου μεριδίου αγοράς των επιχειρήσεων με Γενική Άδεια, το οποίο έφτασε το 83% έναντι 80% το 2022.
Τέλος, το μερίδιο αγοράς των επιχειρήσεων με Ειδική Άδεια παρέμεινε στα ίδια περίπου επίπεδα, ανερχόμενο στο 2%.
Τα μεγέθη ανά υπηρεσία (δέματα, φάκελοι)
Τα ταχυδρομικά αντικείμενα διακρίνονται σε φακέλους (συμπεριλαμβανομένων διαφημιστικών, εφημερίδων, περιοδικών) και δέματα (συμπεριλαμβανομένων των μικροδεμάτων).
Το 2023, η αγορά των δεμάτων απέφερε το 68% των συνολικών εσόδων της ταχυδρομικής αγοράς, έχοντας διακινήσει το 29% του συνόλου των ταχυδρομικών αντικειμένων.
Ειδικότερα, τα έσοδα από τη διακίνηση 91 εκατ. δεμάτων παρουσίασαν αύξηση 16,5% σε σχέση με το 2022 και διαμορφώθηκαν στα 494 εκατ. ευρώ.
Το 2023 καταγράφηκε πτώση 1,6% στο πλήθος των διακινηθέντων φακέλων, παρόλο που αποτέλεσαν το 71% του πλήθους των διακινηθέντων ταχυδρομικών αντικειμένων.
Συγκεκριμένα, διακινήθηκαν 225 εκατ. φάκελοι, αποφέροντας έσοδα της τάξης των 236 εκατ. ευρώ και σημειώνοντας αύξηση 1,8% σε σχέση με το 2022. Επισημαίνεται ότι η συνεχώς αυξανόμενη τάση υποκατάστασης της επιστολικής αλληλογραφίας από την ηλεκτρονική αποτελεί τη βασική αιτία της μείωσης που παρατηρείται τα τελευταία έτη στο πλήθος των διακινηθέντων φακέλων.
Προορισμός / προέλευση των αποστολών
Το 2023, το 63% των εσόδων της ελληνικής ταχυδρομικής αγοράς προήλθε από τη διακίνηση του 89% των ταχυδρομικών αντικειμένων εντός της χώρας.
Το μεγαλύτερο μέρος των ταχυδρομικών αντικειμένων διακινήθηκε από την Αττική (74%) και τη Μακεδονία (12%) προς το εσωτερικό και το εξωτερικό.
Οι ίδιες γεωγραφικές περιοχές ήταν και οι δημοφιλέστεροι προορισμοί των αντικειμένων που διακινήθηκαν στο εσωτερικό και από το εξωτερικό. Συγκεκριμένα, προς την Αττική διακινήθηκε το 42% των αντικειμένων και προς τη Μακεδονία το 17% των αντικειμένων.
Επιπλέον, ο μεγαλύτερος όγκος των ταχυδρομικών αντικειμένων που διακινήθηκαν από το εξωτερικό προς την Ελλάδα, προήλθε κυρίως από την ΕΕ (86%), την υπόλοιπη Ευρώπη (6%), τις ΗΠΑ – Καναδάς (4%) και την Ασία (4%).
Οι δε αποστολές των ταχυδρομικών αντικειμένων προς το εξωτερικό είχαν ως προορισμό κυρίως την ΕΕ (66%), τις ΗΠΑ – Καναδά (14%) και την υπόλοιπη Ευρώπη (11%).
Η αγορά των ταχυμεταφορών
Το 2023, εισήλθαν στην αγορά των ταχυμεταφορών 76 νέες επιχειρήσεις, διαμορφώνοντας το συνολικό πλήθος των επιχειρήσεων με Γενική άδεια σε 720, έναντι 713 επιχειρήσεων το 2022.
Τα έσοδά τους ανήλθαν σε 607 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 16% σε σχέση με το 2022, ενώ διακινήθηκαν 134 εκατ. ταχυδρομικά αντικείμενα, κατά 11% περισσότερα απ’ ότι το προηγούμενο έτος.
Η αυξητική πορεία που ακολουθούν τα έσοδα και το πλήθος των διακινηθέντων αντικειμένων την τελευταία δεκαετία οφείλεται στην αξιοσημείωτη ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, η οποία επηρεάζει ανοδικά τη διακίνηση μικροδεμάτων και δεμάτων.
Ειδικότερα, οι επιχειρήσεις ταχυμεταφορών διακίνησαν φακέλους σε ποσοστό 33% και δέματα – μικροδέματα σε ποσοστό 67% επί του πλήθους των ταχυδρομικών αντικειμένων.
Αντίστοιχα, οι φάκελοι απέφεραν στις επιχειρήσεις με Γενική Άδεια εμφανώς λιγότερα έσοδα (21%) απ’ ό,τι τα δέματα – μικροδέματα (79%).
Επισημαίνεται ότι, το 2023, όπως και το 2022, ο μεγαλύτερος όγκος των ταχυδρομικών αντικειμένων (65%) διακινήθηκε από μόλις 6 επιχειρήσεις, σε σύνολο 720 επιχειρήσεων, καταλαμβάνοντας το 74% των εσόδων της εν λόγω αγοράς.
Από τις περιοχές της Αττικής και της Μακεδονίας διακινήθηκε περίπου το 83% των ταχυδρομικών αντικειμένων προς το εσωτερικό και το εξωτερικό.
Επίσης, στις ίδιες περιοχές κατέληξε και το 62% των ταχυδρομικών αντικειμένων από το εσωτερικό και το εξωτερικό.
Ο κομβικός ρόλος του διασυνοριακού ηλεκτρονικού εμπορίου έδωσε ώθηση στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων ταχυμεταφορών, καθώς το 23% των εσόδων τους προήλθε από αποστολές προς το εξωτερικό και το 16% από διανομές ταχυδρομικών αντικειμένων προερχόμενων από το εξωτερικό.
Το σημαντικότερο μέρος των ταχυδρομικών αντικειμένων εξωτερικού κατευθύνθηκε προς τις χώρες της ΕΕ (70%), τις ΗΠΑ – Καναδά (11%) και τη λοιπή Ευρώπη (10%), ενώ αντίστοιχα τα εισερχόμενα ταχυδρομικά αντικείμενα προήλθαν, ως επί το πλείστον, από την ΕΕ (94%), την λοιπή Ευρώπη (2%) και την Ασία (2%).
Οι πελάτες με σύμβαση απέφεραν το 93% των εσόδων των επιχειρήσεων ταχυμεταφορών, ενώ το 7% των εσόδων προήλθε από πελάτες λιανικής.
Οι μεγάλοι πελάτες των εταιρειών ταχυμεταφορών ήταν, ως επί το πλείστον, επιχειρήσεις και προέρχονταν κυρίως από τον κλάδο του ηλεκτρονικού εμπορίου (43%), αλλά και από πελάτες του γενικού εμπορίου (12%), της βιομηχανίας (9%), της φαρμακοβιομηχανίας (6%), των ναυτιλιακών εταιρειών (4%), των τηλεπικοινωνιών (3%), κ.λπ.
[1] https://www.eett.gr/stoicheia-agoras/apologistika-stoicheia/ilektronikes-epikoinonies/stoicheia-ellinikis-agoras/episkopisi-agoron/
















































