Σειρά ζητημάτων σχετικά με τους πρώτους μήνες λειτουργίας της (ιδιωτικής) Εγνατίας Οδού, υπό το νέο καθεστώς παραχώρησης, θέτουν εργαζόμενοι της κρατικής «Εγνατία Οδός Α.Ε.» (ΣΕΤΕΟ), εστιάζοντας στις αυξήσεις των διοδίων, στις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στις σήραγγες, στο κόστος των απαιτούμενων παρεμβάσεων και στις οικονομικές προβλέψεις της σύμβασης.
Οι εργαζόμενοι, σε σημερινή ανακοίνωσή τους, οι οποίοι σημειώνουν ότι ο κρατικός φορέας διαχειρίστηκε επί τρεις δεκαετίες τη μελέτη, κατασκευή, λειτουργία και εκμετάλλευση της Εγνατίας Οδού και των κάθετων αξόνων, ασκούν κριτική στις επιλογές που έγιναν πριν και μετά την έναρξη της παραχώρησης.
Υπενθυμίζουν ότι η διαδικασία ιδιωτικοποίησης ξεκίνησε το 2011, ενώ η επίσημη έναρξη της παραχώρησης πραγματοποιήθηκε το 2026.
Στο επίκεντρο οι αυξήσεις των διοδίων
Ένα από τα βασικά θέματα που αναδεικνύουν αφορά την εξέλιξη των διοδίων. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παραθέτουν, οι διαδοχικές αυξήσεις από την υπογραφή της σύμβασης, τον Μάρτιο του 2024, έως την ολοκλήρωση της τέταρτης αποκλειστικής προθεσμίας στο τέλος του 2027, οδηγούν σε συνολική αύξηση της τάξης του 170%.
Ως παράδειγμα αναφέρουν τον σταθμό διοδίων Τύριας Ιωαννίνων, όπου η χρέωση για επιβατικό όχημα από 2,10 ευρώ πριν από την παραχώρηση αυξήθηκε σε 2,70 ευρώ το 2024 και σε 3,35 ευρώ με την έναρξη της σύμβασης τον Ιανουάριο του 2026, ενώ εκτιμούν ότι τον Ιανουάριο του 2028 θα διαμορφωθεί στα 5,45 ευρώ.
Για τη συνολική διάσχιση των 657 χλμ. της Εγνατίας Οδού, οι εργαζόμενοι υπολογίζουν ότι ένα επιβατικό όχημα, από 19,30 ευρώ το 2023, θα φτάσει να καταβάλλει 52,20 ευρώ από το 2028. Για φορτηγά και λεωφορεία, το αντίστοιχο κόστος υπολογίζεται ότι θα αυξηθεί από 67,50 ευρώ σε 183,80 ευρώ. Από το 2028 προβλέπεται επίσης τιμαριθμική αναπροσαρμογή των διοδίων.
Νέος σταθμός διοδίων στον Πλάτανο Ημαθίας
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον νέο σταθμό διοδίων στον Πλάτανο Ημαθίας, ο οποίος, σύμφωνα με το κείμενο, βρίσκεται υπό κατασκευή. Οι εργαζόμενοι αναφέρουν ότι η αρχική χρέωση για τα επιβατικά οχήματα προβλέπεται στα 1,75 ευρώ και από την 1η Ιανουαρίου 2028 στα 2,85 ευρώ, ενώ για φορτηγά και λεωφορεία η τιμή εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 10,05 ευρώ.
Με βάση αυτούς τους υπολογισμούς, υποστηρίζουν ότι το κόστος μιας διαδρομής Θεσσαλονίκη – Βέροια με επιστροφή θα μπορούσε από το 2028 να φτάσει τα 9,40 ευρώ για τα επιβατικά οχήματα και τα 33,30 ευρώ για τα φορτηγά.
Κατάργηση εκπτωτικών προγραμμάτων
Οι εργαζόμενοι αναφέρονται επίσης στην κατάργηση των εκπτωτικών προγραμμάτων που εφαρμόζονταν κατά την περίοδο της δημόσιας διαχείρισης για τους τακτικούς χρήστες.
Όπως σημειώνουν, μετά την έναρξη της παραχώρησης τα προγράμματα αυτά σταμάτησαν να ισχύουν, ενώ ο παραχωρησιούχος έχει αποδώσει την επιλογή αυτή στην περίοδο εντατικών επενδύσεων που προβλέπεται για την πρώτη πενταετία.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζουν, καταργήθηκαν οι δωρεάν διελεύσεις των ανέργων, ενώ για τους μόνιμους κατοίκους συγκεκριμένων παραμεθόριων περιοχών προβλέπεται διατήρηση των απαλλαγών έως το τέλος του 2027, με το Δημόσιο να καταβάλλει στον παραχωρησιούχο τα αντίστοιχα ποσά. Οι εργαζόμενοι υπολογίζουν ότι περίπου 80.000 κάτοικοι της Βόρειας Ελλάδας καλύπτονταν από το προηγούμενο καθεστώς απαλλαγών.
Εκτιμήσεις για έσοδα άνω των 250 εκατ. ευρώ
Στο οικονομικό σκέλος, οι εργαζόμενοι εκτιμούν ότι τα έσοδα του παραχωρησιούχου από τα διόδια, προ ΦΠΑ, θα κινηθούν περίπου στα 170 εκατ. ευρώ το 2026 και θα ξεπεράσουν τα 250 εκατ. ευρώ το 2028.
Για λόγους σύγκρισης αναφέρουν ότι, κατά την περίοδο δημόσιας διαχείρισης και με χρέωση 0,03 ευρώ ανά χιλιόμετρο, τα ετήσια έσοδα της «Εγνατία Οδός Α.Ε.» έφταναν κατά μέγιστο περίπου στα 90 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με τους ίδιους, με το νέο καθεστώς η χρέωση ανά χιλιόμετρο θα ανέλθει περίπου στα 0,08 ευρώ μετά την προβλεπόμενη τιμαριθμική αναπροσαρμογή.
Το ζήτημα των σηράγγων
Μεγάλο μέρος της παρέμβασης αφορά τις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στις σήραγγες της Εγνατίας Οδού. Οι εργαζόμενοι αναφέρουν ότι από τα τέλη του 2025 εφαρμόζονται στενώσεις από δύο λωρίδες σε μία σε σήραγγες μήκους άνω των 500 μέτρων.
Σύμφωνα με το κείμενό τους, πριν από την έναρξη της παραχώρησης 19 σήραγγες ήταν ήδη πιστοποιημένες και άλλες 16 βρίσκονταν σε διαδικασία πιστοποίησης, με τις σχετικές εργασίες να έχουν ολοκληρωθεί σε ποσοστό περίπου 90%. Υποστηρίζουν ότι στη συνέχεια αποφασίστηκε η επανεκκίνηση της διαδικασίας πιστοποίησης από τον παραχωρησιούχο.
Οι εργαζόμενοι αμφισβητούν την αναγκαιότητα και την έκταση ορισμένων από τα προσωρινά μέτρα, ενώ θέτουν ερωτήματα σχετικά με το κόστος τους, την κατανομή της ευθύνης και τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η τελική αδειοδότηση των σηράγγων.
Οι αποζημιώσεις και η χρηματοδότηση
Σύμφωνα με όσα αναφέρουν, το κόστος των προσωρινών μέτρων και των διαδικασιών αδειοδότησης είχε εκτιμηθεί αρχικά στα 180 εκατ. ευρώ, ενώ επικαλούνται πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες μπορεί να ξεπεράσει τα 340 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, αναφέρονται σε τροπολογία της 31ης Ιουλίου 2026, μέσω της οποίας, όπως υποστηρίζουν, δεσμεύονται αποθεματικά της «Εγνατία Οδός Α.Ε.» συνολικού ύψους 240 εκατ. ευρώ σε βάθος τετραετίας. Οι εργαζόμενοι θεωρούν ότι τα συγκεκριμένα κεφάλαια θα μπορούσαν εναλλακτικά να χρησιμοποιηθούν για άλλα έργα υποδομών στη Βόρεια Ελλάδα.
Το τίμημα της παραχώρησης
Στο κείμενο τους γίνεται εκτενής αναφορά και στο οικονομικό σκέλος της παραχώρησης. Οι εργαζόμενοι υπενθυμίζουν ότι τον Αύγουστο του 2021 είχε ανακοινωθεί προσφορά ύψους 1,496 δισ. ευρώ, ενώ στη σύμβαση που υπογράφηκε τον Μάρτιο του 2024 προβλέπονταν, μεταξύ άλλων, εργασίες βαριάς συντήρησης συνολικού ύψους 1,8 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τους ίδιους, κατά την κύρωση της σύμβασης τον Δεκέμβριο του 2025 το τίμημα διαμορφώθηκε στα 1,275 δισ. ευρώ. Στους υπολογισμούς που παραθέτουν συνυπολογίζουν ποσά για τις σήραγγες, τον ΦΠΑ, αμοιβές και επισκευές γεφυρών, καταλήγοντας στην εκτίμηση ότι το καθαρό οικονομικό όφελος για το Δημόσιο από το αρχικό τίμημα είναι σημαντικά χαμηλότερο. Πρόκειται, ωστόσο, για υπολογισμό και αξιολόγηση των ίδιων των εργαζομένων και όχι για ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο οικονομικό απολογισμό της σύμβασης.
Συνολικά, οι εργαζόμενοι ασκούν έντονη κριτική στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υποδομών για τον τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι πιστοποιήσεις των σηράγγων και οι οικονομικές υποχρεώσεις που συνδέονται με αυτές.
Υποστηρίζουν ακόμη ότι μέρος των υποχρεώσεων βαριάς συντήρησης που, κατά την ερμηνεία τους, βάρυναν αρχικά τον παραχωρησιούχο μετακυλίεται στο Δημόσιο.





















































