Σε έντονα ανοδική τροχιά επέστρεψαν οι τιμές των οδικών εμπορευματικών μεταφορών στην Ευρώπη το β΄ τρίμηνο του 2026, με τις αυξήσεις να καταγράφονται ταυτόχρονα τόσο στα μακροχρόνια συμβόλαια όσο και στη spot αγορά.
Η μεταβολή αυτή, ωστόσο, δεν προέρχεται από κάποια ισχυρή ανάκαμψη της ζήτησης. Κύριος παράγοντας είναι η σημαντική αύξηση του λειτουργικού κόστους των μεταφορικών επιχειρήσεων και ιδιαίτερα των καυσίμων, η οποία μετακυλίεται σταδιακά στους ναύλους.
Αυτή είναι η βασική εικόνα που αποτυπώνει η τριμηνιαία έκθεση IRU x Upply x Ti για το Q2 2026, σύμφωνα με την οποία η ευρωπαϊκή αγορά εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από τη ζήτηση στη διαμόρφωση των τιμών.
Ο δείκτης των συμβατικών τιμών διαμορφώθηκε στις 148 μονάδες, σημειώνοντας άνοδο 7,9 μονάδων σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και 15,2 μονάδων σε ετήσια βάση.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η μεταβολή στη spot αγορά, όπου ο δείκτης έφθασε στις 146,8 μονάδες, αυξημένος κατά 14,6 μονάδες σε τριμηνιαία και κατά 13,9 μονάδες σε ετήσια βάση. Ο ρυθμός τριμηνιαίας αύξησης των spot τιμών ήταν σχεδόν διπλάσιος από εκείνον των συμβατικών τιμών.
Πρόκειται για σημαντική αλλαγή σε σχέση με την εικόνα των προηγούμενων τριμήνων. Έπειτα από τρία συνεχόμενα τρίμηνα απόκλισης, οι δύο αγορές κινούνται πλέον προς την ίδια κατεύθυνση.
Το ντίζελ στο επίκεντρο των αυξήσεων
Η μεγαλύτερη πίεση προήλθε από το κόστος των καυσίμων.
Η μέση τιμή του ντίζελ στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στα 1,94 ευρώ ανά λίτρο στο β΄ τρίμηνο, σημειώνοντας αύξηση 12% σε σχέση με το α΄ τρίμηνο και 27% σε ετήσια βάση.
Οι τιμές κορυφώθηκαν τον Απρίλιο στα 2,19 ευρώ ανά λίτρο, προτού ακολουθήσουν πτωτική πορεία και υποχωρήσουν στα 1,76 ευρώ την τελευταία εβδομάδα του Ιουνίου, επίπεδο κατά 17% χαμηλότερο από εκείνο στο τέλος του α΄ τριμήνου.
Η αποκλιμάκωση, πάντως, αποδείχθηκε προσωρινή, καθώς στις 22 Ιουλίου η μέση τιμή στην ΕΕ είχε ξεπεράσει και πάλι τα 2 ευρώ ανά λίτρο.
Η έκθεση συνδέει την έντονη μεταβλητότητα στην αγορά ενέργειας με τις διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ, από όπου υπό κανονικές συνθήκες διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και αργού πετρελαίου.
Η επιβάρυνση δεν περιορίστηκε στα καύσιμα. Σύμφωνα με τον δείκτη μεταφορών μεγάλων αποστάσεων του γαλλικού Comité National Routier (CNR), το συνολικό λειτουργικό κόστος των οδικών μεταφορών αυξήθηκε σχεδόν κατά 10% σε ετήσια βάση και κατά 4,9% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σχετικός δείκτης αυξήθηκε από τις 166,29 μονάδες τον Φεβρουάριο στις 182,03 μονάδες τον Απρίλιο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι μεταφορικές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να απορροφήσουν το πρόσθετο κόστος, με αποτέλεσμα μεγαλύτερο μέρος του να περνά στις τιμές που πληρώνουν οι πελάτες τους.
Οι μεταφορικοί όγκοι σταθεροποιούνται, αλλά δεν ανακάμπτουν
Σε αντίθεση με τους ναύλους, οι μεταφερόμενοι όγκοι δεν παρουσιάζουν αντίστοιχη ανοδική δυναμική.
Οι οδικές εμπορευματικές ροές μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μειώθηκαν κατά 1,6% σε ετήσια βάση στο β΄ τρίμηνο.
Η επίδοση εξακολουθεί να είναι αρνητική, ωστόσο αποτελεί σημαντική βελτίωση έναντι της πτώσης κατά 8% που είχε καταγραφεί στο α΄ τρίμηνο.
Για τον λόγο αυτό, οι συντάκτες της έκθεσης κάνουν περισσότερο λόγο για σταθεροποίηση παρά για ανάκαμψη της ευρωπαϊκής αγοράς.
Στους επιμέρους μεγάλους εμπορευματικούς διαδρόμους, η κίνηση μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας υποχώρησε κατά 3,9%, ενώ στον άξονα Ισπανίας – Γαλλίας μειώθηκε κατά 3,6%. Στον αντίποδα, οι οδικές μεταφορές μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας αυξήθηκαν κατά 1,5%.
Μάλιστα, σε όρους τονοχιλιομέτρων η υποχώρηση ενδέχεται να είναι μικρότερη, καθώς η αύξηση της μέσης απόστασης των μεταφορών αντισταθμίζει εν μέρει τη μείωση του μεταφερόμενου τονάζ.
502.000 κενές θέσεις οδηγών στην Ευρώπη
Στην εξίσωση των αυξημένων ναύλων προστίθεται και ένα διαρθρωτικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής αγοράς μεταφορών: η έλλειψη επαγγελματιών οδηγών.
Σύμφωνα με την έκθεση της IRU για την έλλειψη οδηγών το 2025, περίπου το 13% των θέσεων οδηγών φορτηγών στην Ευρώπη παραμένει κενό.
Πρόκειται για περίπου 502.000 κενές θέσεις, γεγονός που περιορίζει τη διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα και αυξάνει περαιτέρω τις πιέσεις στο λειτουργικό κόστος των εταιρειών.
Η συγκεκριμένη παράμετρος αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι όγκοι μπορεί να παραμένουν σχετικά υποτονικοί, αλλά η δυνατότητα των μεταφορικών επιχειρήσεων να αυξήσουν άμεσα τη διαθέσιμη χωρητικότητά τους παραμένει περιορισμένη.
Πώς αντιδρούν οι ευρωπαϊκές χώρες
Η απότομη αύξηση των καυσίμων έχει οδηγήσει παράλληλα σε διαφορετικές παρεμβάσεις σε εθνικό επίπεδο.
Η Ισπανία και η Γαλλία διαθέτουν μηχανισμούς που συνδέουν τις τιμές των οδικών μεταφορών με το κόστος του ντίζελ, επιτρέποντας στους μεταφορείς να μετακυλίουν τις αυξήσεις των καυσίμων. Αντίστοιχο σύστημα εφαρμόζεται, σε μικρότερη έκταση, στην Ιταλία.
Στην Ισπανία, ωστόσο, η ταχύτητα αύξησης των τιμών δημιούργησε προβλήματα ακόμη και με τον συγκεκριμένο μηχανισμό. Η κυβέρνηση προχώρησε έτσι στο Real Decreto-ley 9/2026, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 16 Απριλίου και ενισχύει την υποχρεωτική μετακύλιση των αυξήσεων του κόστους καυσίμων, προβλέποντας παράλληλα κυρώσεις για τη μη εφαρμογή του.
Στη Γερμανία εφαρμόστηκε για τον Μάιο και τον Ιούνιο μείωση του φόρου καυσίμων κατά περίπου 0,17 ευρώ ανά λίτρο, στο πλαίσιο πακέτου ύψους 1,6 δισ. ευρώ, ενώ στην Ιρλανδία ενεργοποιήθηκε πρόγραμμα στήριξης ύψους 505 εκατ. ευρώ.
Καθώς οι τιμές άρχισαν να αποκλιμακώνονται προς το τέλος του τριμήνου, ορισμένες κυβερνήσεις ξεκίνησαν παράλληλα να αποσύρουν μέρος των έκτακτων μέτρων.
Τι αναμένεται στο δεύτερο εξάμηνο
Η βασική εκτίμηση των IRU, Upply και Ti είναι ότι οι τιμές των οδικών εμπορευματικών μεταφορών θα παραμείνουν υπό ανοδική πίεση και στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, καθώς το υψηλότερο λειτουργικό κόστος συνεχίζει να μετακυλίεται στους ναύλους.
Η πορεία των καυσίμων παραμένει η μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Οι τιμές του Brent αναμένεται να παραμείνουν υψηλές και ευμετάβλητες κατά το γ΄ τρίμηνο, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές διακυμάνσεις μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.
Από την άλλη πλευρά, η πιθανή επιβράδυνση της βιομηχανικής ζήτησης μπορεί να λειτουργήσει ως «φρένο» στις αυξήσεις. Το υψηλότερο κόστος ενέργειας, πρώτων υλών και ενδιάμεσων αγαθών ενδέχεται να περιορίσει τη βιομηχανική παραγωγή και, κατά συνέπεια, τη ζήτηση για μεταφορικό έργο.
Για το σύνολο του 2026, τα στοιχεία του Ιουλίου υποδεικνύουν ότι η πρόβλεψη της IRU θα μπορούσε να κινηθεί γύρω από αύξηση 1% των μεταφορικών όγκων σε τονοχιλιόμετρα έναντι του 2025. Η τελική επίδοση, πάντως, θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της ενεργειακής αναταραχής, τη διαθεσιμότητα και τις τιμές των καυσίμων, τον πληθωρισμό και την πορεία της καταναλωτικής ζήτησης.
Η αγορά περιμένει νέες αυξήσεις ναύλων
Ιδιαίτερα ενδεικτικές είναι οι προσδοκίες των επιχειρήσεων για το επόμενο διάστημα.
Ο IRU x Ti x Upply European Road Freight Sentiment Index διαμορφώθηκε στις 28,3 μονάδες στο β΄ τρίμηνο, αυξημένος κατά 11,4 μονάδες έναντι του προηγούμενου τριμήνου και στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα.
Το 54% των ερωτηθέντων αναμένει μικρή αύξηση των ευρωπαϊκών οδικών ναύλων το επόμενο τρίμηνο. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το ποσοστό όσων περιμένουν «σημαντική αύξηση» εκτινάχθηκε στο 31,9%, από μόλις 4,9% προηγουμένως.
Μόλις το 9,8% εκτιμά ότι οι τιμές θα παραμείνουν αμετάβλητες, ενώ το 4,3% αναμένει υποχώρηση.
Η εικόνα που διαμορφώνεται στην ευρωπαϊκή αγορά είναι επομένως ιδιόμορφη: οι ναύλοι αυξάνονται ταχύτερα από τη ζήτηση. Οι μεταφερόμενοι όγκοι δείχνουν σημάδια σταθεροποίησης, χωρίς ακόμη να έχει διαμορφωθεί σαφής ανάκαμψη, την ώρα που καύσιμα, λειτουργικό κόστος και έλλειψη οδηγών διατηρούν ισχυρές ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η εξέλιξη του κόστους του ντίζελ και η ταχύτητα με την οποία οι αυξήσεις μετακυλίονται από τους μεταφορείς στους φορτωτές αναμένεται να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της ευρωπαϊκής αγοράς οδικών εμπορευματικών μεταφορών έως το τέλος του 2026.





















































