Τις δυνατότητες της Ελλάδας να εξελιχθεί σε έναν περιφερειακό κόμβο ναυπηγοεπισκευαστικής και εξειδικευμένων υπηρεσιών, αφού διαχειριστεί σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις, παρουσιάζει νέα ανάλυση της EY-Parthenon – του βραχίονα εταιρικής στρατηγικής και συναλλαγών της EY Ελλάδος.
Η ανάλυση εξετάζει την αλυσίδα αξίας και τα δεδομένα της παγκόσμιας και εγχώριας αγοράς και παρέχει μια ολοκληρωμένη στρατηγική εκτίμηση της ελληνικής ναυπηγοεπισκευαστικής αγοράς, αξιοποιώντας την εις βάθος κατανόηση του τοπικού οικοσυστήματος που έχουν αναπτύξει οι ομάδες της EY-Parthenon.
Το διεθνές περιβάλλον
Η ανάπτυξη του παγκόσμιου στόλου καθοδηγείται πλέον από την αύξηση της χωρητικότητας και όχι του αριθμού των πλοίων, με σαφή μετατόπιση προς πλοία μεγαλύτερης κλίμακας, ιδιαίτερα στα πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου (bulk carriers) και τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (containerships).
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι δραστηριότητες των ναυπηγείων αποτελούν πάνω από το ήμισυ (53%) της συνολικής αξίας ενός πλοίου, με τις ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες εγκατάστασης (outfitting) να συγκεντρώνουν σημαντικό μέρος της τεχνικής πολυπλοκότητας και των απαιτούμενων ανθρωποωρών. Το υπόλοιπο 47% κατανέμεται μεταξύ του κόστους του χάλυβα (14%), του συστήματος πρόωσης (12%), των υλικών εξοπλισμού και εγκατάστασης (10%) και λοιπών αναλώσιμων και υλικών (11%).
Η τεχνολογία, η ψηφιοποίηση και οι πρωτοβουλίες απανθρακοποίησης λειτουργούν ως βασικοί καταλύτες μετασχηματισμού για τη ναυπηγική βιομηχανία, οδηγώντας σε ριζική αναδιάρθρωση των λειτουργικών μοντέλων των ναυπηγείων. Η ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων αυξάνει την αποδοτικότητα και επιτρέπει πιο ακριβή προγραμματισμό των έργων.
Παράλληλα, η μετάβαση προς την απανθρακοποίηση επιβάλλει την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και καυσίμων, καθώς και τον ανασχεδιασμό των πλοίων ώστε να πληρούν αυστηρότερα περιβαλλοντικά πρότυπα.
Ως αποτέλεσμα, ο ανταγωνισμός σε παγκόσμιο επίπεδο δεν καθορίζεται πλέον μόνο από το κόστος εργασίας ή τη δυναμικότητα παραγωγής, αλλά ολοένα και περισσότερο από την τεχνολογική ωριμότητα, την ικανότητα καινοτομίας και την ευελιξία προσαρμογής σε νέες κανονιστικές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις.
Συγχρόνως, η γήρανση του ευρωπαϊκού στόλου δημιουργεί διαρθρωτική ζήτηση για επισκευές, μετατροπές και ενεργειακές αναβαθμίσεις, ενισχύοντας τον ρόλο αυτών των υπηρεσιών έναντι των νέων κατασκευών.
Η ελληνική αγορά
Τα ελληνικά ναυπηγεία διαθέτουν σαφή συγκριτικά πλεονεκτήματα στις επισκευές και μετατροπές, λόγω του χαμηλότερου λειτουργικού κόστους, του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, αλλά και της στρατηγικής γεωγραφικής θέσης της χώρας μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής.
Παρά τα πλεονεκτήματα αυτά, ωστόσο, η εγχώρια αγορά παραμένει σε σημαντικά χαμηλό επίπεδο αξιοποίησης, καθώς απορροφά λιγότερο από το 1% (στοιχεία του 2023) του διαθέσιμου όγκου εργασιών συντήρησης, γεγονός που αναδεικνύει το σημαντικό ανεκμετάλλευτο δυναμικό ανάπτυξης.
Η ανταγωνιστικότητα του κλάδου περιορίζεται από σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις. Η συρρίκνωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, λόγω γήρανσης και ελλιπούς επανακατάρτισης, οι συνθήκες εργασίας και θεσμικά εμπόδια, όπως η γραφειοκρατία, οι αργές και πολύπλοκες διαδικασίες κανονιστικών εγκρίσεων και αδειοδότησης, παρεμποδίζουν την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την ανάπτυξη, αυξάνοντας το κόστος.
Οι περιορισμοί των υποδομών, όπως χωρητικότητα και μέγεθος δεξαμενών, και η χαμηλή ψηφιοποίηση εργασιών, αναδεικνύονται σε κρίσιμους ανασταλτικούς παράγοντες για την αξιοποίηση της αυξανόμενης ζήτησης, ειδικά καθώς αυξάνεται το μέγεθος των πλοίων και η πολυπλοκότητα των απαιτήσεων.
Συγχρόνως, το σημερινό λειτουργικό μοντέλο των ελληνικών ναυπηγείων βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, σε εξωτερικές αναθέσεις (outsourcing), γεγονός που προσφέρει ευελιξία αλλά περιορίζει την ανάπτυξη δυνατοτήτων, εντείνει την αστάθεια και αυξάνει τις πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Λειτουργώντας, σε μεγάλο βαθμό, με βάση εξατομικευμένα, μεμονωμένα έργα, τα ελληνικά ναυπηγεία δεν εξασφαλίζουν μέχρι σήμερα τις οικονομίες κλίμακας, βελτιώσεις στην παραγωγικότητα και προβλέψιμες δομές κόστους, που συνδέονται με την επαναληψιμότητα της παραγωγής.
Δυνατότητες αύξησης των εσόδων και της διεθνούς παρουσίας
Τα τρέχοντα έσοδα του ελληνικού ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα διαμορφώνονται περίπου στα 197 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περιορισμένη διείσδυση στην παγκόσμια αγορά, της τάξης του 0,4%.
Σύμφωνα με την ανάλυση της EY-Parthenon, υπό ένα ρεαλιστικό σενάριο ενίσχυσης, που βασίζεται στη στοχευμένη εστίαση σε κατηγορίες πλοίων προτεραιότητας, η διείσδυση μπορεί να αυξηθεί στο 1,6%, ανεβάζοντας τα έσοδα στα 759 εκατ. ευρώ.
Συγχρόνως, η ανάλυση υποδεικνύει συγκεκριμένες ευκαιρίες επέκτασης του τομέα, όπως:
- Η ανάπτυξη στρατηγικών συνεργασιών, ειδικά στον αμυντικό τομέα, μπορεί να επιτρέψει τη μετάβαση από επισκευαστικές εργασίες χαμηλότερης αξίας, όπως στο κύτος του πλοίου (hull-only service), σε περισσότερο σύνθετα και υψηλότερης αξίας αμυντικά έργα.
- Νέοι αναπτυξιακοί τομείς, όπως τα πολυτελή σκάφη αναψυχής (luxury yachting), δημιουργούν πρόσθετες ευκαιρίες για εξειδικευμένες κατασκευές και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της ανάλυσης, ο Δημήτρης Παπακανέλλου, εταίρος της EY-Parthenon στην Ελλάδα, δήλωσε: «Ο ελληνικός ναυπηγοεπισκευαστικός τομέας διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, τη στρατηγική γεωγραφική θέση της χώρας και το μέγεθος του ελληνόκτητου στόλου. Σήμερα, μετά από πολλά χρόνια, δημιουργούνται θετικές προοπτικές εφόσον αντιμετωπιστούν στοχευμένα συγκεκριμένα εμπόδια και αξιοποιηθούν οι διεθνείς τάσεις και οι στρατηγικές συνεργασίες που αναδιαμορφώνουν τον κλάδο. Για να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους σε μια αγορά που γίνεται όλο και πιο απαιτητική και εξειδικευμένη, τα ελληνικά ναυπηγεία οφείλουν να επενδύσουν άμεσα στον ψηφιακό μετασχηματισμό, τις πράσινες τεχνολογίες και την εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού».




















































