Κοινή θέση για τη στήριξη της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας διαμόρφωσαν η Γαλλία και η Γερμανία, με στόχο μεγαλύτερη ευελιξία στους κανόνες για τις εκπομπές των νέων αυτοκινήτων, με ενισχυμένα κίνητρα για παραγωγή και επενδύσεις στην Ευρώπη.
Η συμφωνία ανακοινώθηκε στις 16 Οκτωβρίου, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, και αποσκοπεί στη διαμόρφωση κοινής γραμμής των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον του κλάδου.
Η γαλλογερμανική πρωτοβουλία έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος παραγωγής, υψηλές ενεργειακές τιμές και εντεινόμενο ανταγωνισμό από κινεζικές εταιρείες.
Παράλληλα, καλούνται να χρηματοδοτήσουν τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση και να προσαρμοστούν στους ευρωπαϊκούς στόχους για τη μείωση των εκπομπών.
Οι δύο κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι η κλιματική μετάβαση πρέπει να προχωρήσει μαζί με την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της απασχόλησης.
Κεντρικό σημείο της πρότασης είναι ο στόχος για τις εκπομπές CO₂ των νέων αυτοκινήτων το 2035.
Προτείνεται η μείωσή τους κατά 90% σε σχέση με τα επίπεδα του 2021, χωρίς να απαιτείται αντιστάθμιση του υπόλοιπου 10% μέσω μέτρων όπως η χρήση χάλυβα χαμηλών εκπομπών ή εναλλακτικών καυσίμων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε προτείνει στόχο μείωσης κατά 90%, αλλά με υποχρέωση κάλυψης του υπολειπόμενου 10%.
Η κοινή γαλλογερμανική θέση ζητά, επομένως, χαλάρωση αυτού του σκέλους, διατηρώντας παράλληλα τον στόχο της σημαντικής μείωσης των εκπομπών.
Η πρόταση δεν συνεπάγεται ανεμπόδιστη συνέχιση των πωλήσεων όλων των νέων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης μετά το 2035.
Δημιουργεί, ωστόσο, περιθώριο για μεγαλύτερη τεχνολογική ευελιξία, συμπεριλαμβανομένης της συνέχισης της διάθεσης ορισμένων υβριδικών μοντέλων και οχημάτων που θα χρησιμοποιούν ανανεώσιμα ή ουδέτερα ως προς τις εκπομπές καύσιμα.
Στις λεπτομέρειες που έχουν δημοσιοποιηθεί περιλαμβάνονται επίσης μεγαλύτερες περίοδοι συμμόρφωσης με τους στόχους εκπομπών και αναβολή έως το 2029 της αυστηροποίησης του συντελεστή χρήσης για τα plug-in υβριδικά.
Το δεύτερο σκέλος της συμφωνίας αφορά την ευρωπαϊκή προτίμηση, δηλαδή τη σύνδεση της πρόσβασης σε δημόσιες συμβάσεις, επιδοτήσεις και άλλα προγράμματα στήριξης με την προέλευση των οχημάτων και των εξαρτημάτων τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί για την πρόταση, από το 2028 το 70% των εξαρτημάτων ενός οχήματος, εξαιρουμένων των μπαταριών, θα πρέπει να πληροί τα κριτήρια ευρωπαϊκής προέλευσης. Για τις μπαταρίες, προβλέπεται αρχικά ποσοστό 10% του περιεχομένου να προέρχεται από ευρωπαϊκές πηγές. Η εφαρμογή των κριτηρίων προβλέπεται να ενισχυθεί σταδιακά.
Ως «ευρωπαϊκή παραγωγή» θα μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να λογίζονται και προϊόντα από ορισμένες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νορβηγία, η Ισλανδία και η Ελβετία.
Η ένταξή τους θα προϋποθέτει ειδικές συμφωνίες με την ΕΕ, αμοιβαιότητα στην πρόσβαση σε δημόσιες συμβάσεις και χρηματοδότηση, καθώς και συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες για την αποτροπή καταστρατήγησης των απαιτήσεων προέλευσης.
Ο συμβιβασμός αντανακλά τις διαφορετικές προτεραιότητες των δύο χωρών. Η Γερμανία επιδίωκε μεγαλύτερη ευελιξία στους κανόνες για τις εκπομπές, ώστε να διατηρηθεί χώρος για υβριδικά και άλλα μοντέλα πέραν των αμιγώς ηλεκτρικών.
Η Γαλλία, από την πλευρά της, ζητούσε αυστηρότερα κριτήρια ευρωπαϊκής προέλευσης, προκειμένου δημόσια χρήματα και δημόσιες συμβάσεις να στηρίζουν περισσότερο την παραγωγή εντός Ευρώπης. Η κοινή πρόταση συνδέει τις δύο επιδιώξεις σε ένα ενιαίο πακέτο πολιτικής.
Η συμφωνία των δύο κυβερνήσεων αποτελεί πολιτική θέση για τις επικείμενες ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις και όχι οριστική αλλαγή του ισχύοντος πλαισίου. Για να εφαρμοστούν οι προτάσεις, απαιτείται συμφωνία των κρατών-μελών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.




















































