Η ευρωβουλευτής Έλενα Κουντουρά κατέθεσε ερώτηση προς την Κομισιόν για τους περιορισμούς που, όπως αναφέρει, αντιμετωπίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις εφοδιασμού πλοίων στο πλαίσιο του ισχύοντος εθνικού ρυθμιστικού καθεστώτος, ζητώντας να εξεταστεί κατά πόσο οι σχετικές διατάξεις συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο.
Στην ερώτησή της επισημαίνει ότι οι ισχύοντες κανόνες στην Ελλάδα για τη χορήγηση απαλλαγών από δασμούς, ΕΦΚ και ΦΠΑ σε αγαθά που προορίζονται για τον εφοδιασμό πλοίων διεθνών γραμμών, συμπεριλαμβανομένων των κρουαζιερόπλοιων, δημιουργούν συνθήκες άνισης μεταχείρισης σε βάρος των ελληνικών επιχειρήσεων του κλάδου. Η πρωτοβουλία, σύμφωνα με την ίδια, βασίζεται σε υπόμνημα που υπέβαλαν ελληνικοί κλαδικοί φορείς.
Όπως αναφέρεται στην ερώτηση, ενώ το ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης των σχετικών απαλλαγών χωρίς περιορισμούς ως προς το πρόσωπο στο οποίο εκδίδεται το τιμολόγιο, στην Ελλάδα οι απαλλαγές εφαρμόζονται μόνο όταν η τιμολόγηση πραγματοποιείται απευθείας προς τον πλοιοκτήτη ή τον διαχειριστή του πλοίου. Σύμφωνα με την ευρωβουλευτή, η πρακτική αυτή έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείονται επαγγελματικοί κλάδοι που δραστηριοποιούνται επί των πλοίων, καθώς και ορισμένες κατηγορίες πλοίων που εκτελούν διεθνείς μεταφορές.
Η Έλενα Κουντουρά υποστηρίζει ότι η εφαρμογή των συγκεκριμένων περιορισμών επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων εφοδιασμού πλοίων και των ελληνικών προϊόντων, καθώς μέρος των σχετικών εργασιών ανατίθεται σε επιχειρήσεις άλλων κρατών – μελών της ΕΕ που δεν υπόκεινται στους ίδιους περιορισμούς.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι δημιουργούνται επιπτώσεις και για την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών λιμένων.
Με την ερώτησή της καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διευκρινίσει εάν οι συγκεκριμένοι περιορισμοί είναι συμβατοί με το ενωσιακό δίκαιο, την αρχή της ίσης μεταχείρισης και τους κανόνες του ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά.
Ζητά επίσης να αξιολογηθεί κατά πόσο η σύνδεση των τελωνειακών και φορολογικών απαλλαγών με το πρόσωπο στο οποίο εκδίδεται το τιμολόγιο είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό πλαίσιο και να εξεταστούν ενδεχόμενες ενέργειες για την ομοιόμορφη εφαρμογή των σχετικών κανόνων στα κράτη – μέλη.























































