Τα καύσιμα αποτελούσαν ανέκαθεν μία από τις μεγαλύτερες δαπάνες των αεροπορικών εταιρειών. Ωστόσο, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, που έχουν οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές και μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις ενεργειακές αγορές, έχουν αυξήσει περαιτέρω το κόστος.
Επιμέλεια: Βάσω Βεγιάζη
Πλέον, τα καύσιμα αντιστοιχούν σχεδόν στο 1/3 του λειτουργικού κόστους των αεροπορικών εταιρειών.
Για το 2026, οι αεροπορικές εταιρείες αναμένεται να δαπανήσουν συνολικά 350 δισ. δολάρια για καύσιμα, προκειμένου να διατηρήσουν τον στόλο τους σε λειτουργία.
Το ερώτημα, επομένως, είναι από πού θα προέλθει η επόμενη εξοικονόμηση καυσίμου. Σύμφωνα με την IATA, η απάντηση βρίσκεται στα δεδομένα. Η αξιοποίηση δεδομένων για τη λήψη πιο αποτελεσματικών επιχειρησιακών αποφάσεων, η συστηματικότερη συγκριτική αξιολόγηση και η καλύτερη παρακολούθηση των επιδόσεων μπορούν να δημιουργήσουν νέα περιθώρια εξοικονόμησης.
Ωστόσο, οι αεροπορικές δεν μπορούν να επιτύχουν μόνες τους το επόμενο επίπεδο αποδοτικότητας. Απαιτείται στενότερη συνεργασία σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας των αερομεταφορών και ιδιαίτερα με τους παρόχους υπηρεσιών αεροναυτιλίας, ώστε να υποστηριχθεί ο σχεδιασμός αποδοτικότερων διαδρομών πτήσης από την αναχώρηση έως την άφιξη.
«Στο σημερινό περιβάλλον, κάθε σταγόνα καυσίμου μετράει. Οι αεροπορικές εταιρείες μπορούν να αξιοποιήσουν δεδομένα και συγκριτική αξιολόγηση για να εντοπίσουν περιθώρια εξοικονόμησης στις δικές τους λειτουργίες. Ωστόσο, η μεγιστοποίηση της αποδοτικότητας καυσίμου θα απαιτήσει δράση σε ολόκληρο το οικοσύστημα των αερομεταφορών», δήλωσε ο Stuart Fox, διευθυντής Πτήσεων και Επιχειρησιακών Λειτουργιών της IATA.






















































