Τα αναπτυξιακά πλάνα της παρουσίασε χθες, στο πλαίσιο ενημερωτικής εκδήλωσης για την παρουσίαση του Skroutz Hub, η διοίκηση της Skroutz, λίγες ημέρες μετά τη γνωστοποίηση εξαγοράς του πλειοψηφικού πακέτου από τη Blackstone.
Όπως τονίστηκε, η διοίκηση της εταιρείας εμφανίζεται αισιόδοξη για τη συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας, καθώς η αξία των συναλλαγών (GMV) που διακινούνται μέσω της πλατφόρμας προσεγγίζει πλέον το 1 δισ. ευρώ, ενώ ο κύκλος εργασιών της εταιρείας εκτιμάται ξεπέρασε τα 150 εκατ. ευρώ το 2025.
Όπως ανέφερε ο συνιδρυτής της εταιρείας, κ. Γ. Αυγουστίδης, η εταιρεία εξακολουθεί να «τρέχει» με ρυθμούς ανάπτυξης κοντά στο 25% ετησίως, παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τη μεταβλητότητα στην κατανάλωση.
Κεντρικό πυλώνα της στρατηγικής της Skroutz αποτελεί – μεταξύ άλλων – το δίκτυο Skroutz Point Lockers, μέσω του οποίου πραγματοποιείται ήδη πάνω από το 40% των αποστολών της πλατφόρμας.
Η εταιρεία επενδύει στην περαιτέρω ανάπτυξη του δικτύου, το οποίο σήμερα αριθμεί περισσότερα από 2.000 σημεία, με περίπου 90.000 «έξυπνες» θυρίδες σε Ελλάδα και Κύπρο.
Στόχος της διοίκησης είναι οι θυρίδες να ξεπεράσουν τις 110.000.
Η επέκταση επικεντρώνεται τόσο στη δημιουργία νέων σημείων, όσο και στην αύξηση της χωρητικότητας των υφιστάμενων εγκαταστάσεων, προκειμένου να βελτιωθεί περαιτέρω η διαθεσιμότητα των θυρίδων και η εξυπηρέτηση των χρηστών.
Η Skroutz, στο πεδίο αυτό, έχει επεκταθεί, πέρα από τα μεγάλα αστικά κέντρα, καλύπτοντας περιοχές της νησιωτικής Ελλάδας, όπως η Κως, η Ρόδος, τα Ιόνια Νησιά, τα Δωδεκάνησα και οι Κυκλάδες, ενώ στρέφεται πλέον και σε πιο απομακρυσμένες περιοχές της επαρχίας.
Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του δικτύου των lockers διαδραματίζει και η συνεργασία με την ACS, η οποία αναλαμβάνει μέρος του first mile και του last mile, υποστηρίζοντας παράλληλα τη λειτουργία lockers σε περιοχές, όπου η Skroutz δεν διαθέτει ακόμη δικές της επιχειρησιακές υποδομές.
Η διοίκηση άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω διεύρυνσης της συνεργασίας, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι στρατηγική επιλογή της εταιρείας παραμένει η επένδυση στις δικές της υποδομές και υπηρεσίες, ώστε να διατηρεί τον πλήρη έλεγχο της ποιότητας και της εμπειρίας που προσφέρει στους καταναλωτές.























































